Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Νίκος Σκαλκώτας (Χαλκίδα,1904 - Αθήνα,1949)





O Νίκος Σκαλκώτας 
ήταν ο σημαντικότερος, ίσως, Έλληνας συνθέτης, μέλος της Δεύτερης Βιεννέζικης Σχολής

Ο Αυστροβρετανός μουσικολόγος και κριτικός Χανς Κέλερ πλειοδοτεί 
και σε ένα κείμενό του αναφέρει ως κορυφαίους συνθέτες του 20ού αιώνα 
τα τέσσερα «Σ»: 
Σένμπεργκ, Στραβίνσκι, Σκαλκώτας και Σοστακόβιτς

O Νίκος Σκαλκώτας 
άντλησε τα θέματα για τις συνθέσεις του από την κλασσική μουσική 
αλλά και από την ελληνική παράδοση. 

Εδώ, σε ένα κομμάτι για πιάνο που συνέθεσε το 1946: " Ήχώ "..

Πιάνο: Λορέντα Ράμου




***

" Η Τράτα " 
από το λαϊκό μπαλέτο "Η Θάλασσα" (1949) του Νίκου Σκαλκώτα, 
σε εκτέλεση της Ορχήστρας των Χρωμάτων 

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίλτος Λογιάδης

Θαλάσσια τοπία από τον Ιάπωνα φωτογράφο Hiroshi Sugimoto..





***

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Πάμπλο Νερούδα, 1904 - 1973




Πάμπλο Νερούδα
(φιλολογικό ψευδώνυμο του Νεφταλί Ρικάρντο Ρέγιες Μπασοάλτο) 




Η ποίηση
(Όταν ήρθε να με βρει η ποίηση)


Κι ήταν σ' αυτήν την ηλικία
όταν ήρθε να με βρει η ποίηση...

Δεν ξέρω, δεν ξέρω από πού ξεπρόβαλε 
απ' το χειμώνα ή από το ποτάμι...

Δεν γνωρίζω ούτε πώς, μήτε πότε
Όχι, δεν ήσαν φωνές, δεν ήσαν λέξεις ούτε η σιωπή...

Μα με καλούσε από κάποιο δρόμο 
απ' τα κλαδιά της νύχτας
ξάφνου ανάμεσα στους άλλους, 
ανάμεσα σε βίαιες φωτιές

ή επιστρέφοντας μοναχός
στέκονταν εκεί δίχως πρόσωπο -
με άγγιζε...

Δεν ήξερα τι να πω, 
δεν ήξερε το στόμα μου να ονομάσει...

Τυφλοί ήσαν οι οφθαλμοί μου
και κάτι τι μπήγονταν στην ψυχή μου,
πυρετός ή χαμένες φτερούγες...

και σχηματίστηκα μοναχός,
αποκρυπτογραφώντας αυτήν την πληγή

κι έγραψα την πρώτη συγκεχυμένη γραμμή,
αόριστη, ασώματη, καθαρή ανοησία,

γνώση
εκείνου που τίποτα δεν ξέρει

κι είδα ξάφνου τον ουρανό
εκκοκισμένο κι ανοιχτό

πλανήτες, παλλόμενες φυτείες,
διάτρητη σκιά κοσκινισμένη από βέλη, 
από φωτιά και λουλούδια,
η νύχτα που κυλάει και συντρίβει
το σύμπαν.

Κι εγώ, η έσχατη ύπαρξη
μεθυσμένος απ' το απέραντο έναστρο κενό 
κατ' εικόνα και ομοίωση του μυστηρίου

ένιωσα καθάριο κομμάτι της αβύσσου...

κυλούσα μαζί με τ' άστρα,
διαλύθηκε η καρδιά μου μέσα στον άνεμο...

(μτφ. Τάκης Βαρβιτσιώτης)

***

Ο Ταχυδρόμος (Il Postino)

Ιταλική κινηματογραφική ταινία, παραγωγής 1994.
Σκηνοθεσία: Michael Radford
Η ταινία αφηγείται τη φιλία του νεαρού ταχυδρόμου Μάριο Ρουόπολο (Massimo Troisi) 
με το Χιλιανό κομμουνιστή ποιητή Πάμπλο Νερούδα (Philippe Noiret) 
και τον έρωτα του πρώτου για την όμορφη Μπεατρίτσε Ρούσο (Maria Grazia Cucinotta). 
Το σενάριο είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα Ardiente Paciencia του Antonio Skarmeta, 1985
και ακολουθεί αρκετά πιστά την πλοκή του,
με τη διαφορά ότι η ιστορία εκτυλίσσεται στην Ιταλία του '50 αντί για τη Χιλή του '60.





***

Αν και ταινία χαμηλών τόνων με «σινεφίλ» χαρακτηριστικά, 
ο Ταχυδρόμος γνώρισε απροσδόκητα θερμή υποδοχή από το ευρύ κοινό 
και κέρδισε διεθνείς διακρίσεις.

Έλαβε το Βραβείο Όσκαρ Πρωτότυπης Μουσικής για τη σαιζόν 1995, 
ενώ ήταν υποψήφιος σε τέσσερις ακόμα κατηγορίες 
που συνήθως περιλαμβάνουν μόνο αμερικανικές παραγωγές: 
Καλύτερη Ταινία, Σκηνοθεσία, Α' Ανδρικός Ρόλος, Διασκευασμένο Σενάριο.
Η υποψηφιότητά του για Καλύτερη Ταινία, 
τού στέρησε το δικαίωμα να διεκδικήσει το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, 
για το οποίο θα ήταν το αδιαφιλονίκητο φαβορί.

Επίσης το 1996 έλαβε τρία Βραβεία της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου 
(τα λεγόμενα βρετανικά Όσκαρ): 
Σκηνοθεσίας, Μουσικής, Καλύτερης Μη Αγγλόφωνης Ταινίας.

Ο πρωταγωνιστής Μάσιμο Τροΐζι 
είχε μυστικά αναβάλει μία εγχείρηση καρδιάς 
για να προχωρήσουν ομαλά τα γυρίσματα, 
με αποτέλεσμα να πεθάνει από έμφραγμα, λίγο πριν την ολοκλήρωσή τους, σε ηλικία 41 ετών.

Με τις υποψηφιότητές του για Όσκαρ
(ως πρωταγωνιστής και ένας εκ των σεναριογράφων - 
συνέβαλε σημαντικά στην προσαρμογή του πρωτότυπου μυθιστορήματος και των χαρακτήρων, 
στα δεδομένα της νότιας Ιταλίας) 
είναι ένας από τους μόλις επτά που έχουν προταθεί για το βραβείο μετά θάνατον.

Η ταινία συνέβαλε στην παγκόσμια προβολή της Σαλίνα και ειδικά της παραλίας Πολάρα, 
η οποία όμως έχει υποστεί ζημιές τα τελευταία χρόνια λόγω του τουριστικού ρεύματος.

Σε πολλές αγγλόφωνες χώρες, η ταινία κυκλοφορεί με το πρωτότυπο ιταλικό όνομά της, 
ώστε να μη συγχέεται με την ταινία The postman του Κέβιν Κόστνερ 
που κυκλοφόρησε το 1997.
(Πηγή: Βικιπαίδεια)

***




***



Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

Φραντς Κάφκα




Η πεποίθηση είναι σαν την λαιμητόμο: το ίδιο ανάλαφρη, το ίδιο βαριά

Φραντς Κάφκα, 1883 - 1924, Ο Πύργος,  1926




O Πύργος του Κάφκα αποτελεί, µαζί µε τον Οδυσσέα του Τζέιµς Τζόυς, 
το βιβλίο εκείνο για το οποίο έχω γνωρίζει τους περισσότερους ανθρώπους 
που δεν έχουν καταφέρει να το τελειώσουν, σε σχέση µε οποιοδήποτε άλλο βιβλίο. 
Αυτό από µόνο του αποτελεί πρόκληση για τον µέσο αναγνώστη 
και ίσως απορία στους αµέτρητους φανατικούς αναγνώστες του Κάφκα, 
όπως και ο γράφων. 
Πιστεύω όµως ότι είναι απόλυτα λογικό 
καθώς πρόκειται για ένα από τα πιο ‘βαριά’ από όλες τις απόψεις έργα 
του Φράντς Κάφκα. 

Πρόκειται για το τελευταίο µυθιστόρηµα (ακολούθησαν µόνο διηγήµατα) 
του Τσέχου συγγραφέα, 
άρχισε να το γράφει τον Ιανουάριο του 1922, δύο χρόνια πριν φύγει από την ζωή. 
Εκδόθηκε µετά τον θάνατό του το 1926, από τον φίλο του Μαξ Μπροντ, 
ο οποίος, όπως έχουµε αναφέρει ξανά, αντί να εκτελέσει την επιθυµία του Κάφκα, 
που έγραψε στην διαθήκη που έκανε τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, 
να κάψει το σύνολο του έργου του, εκείνος το εξέδωσε κάνοντας και αρκετές διορθώσεις. 
Ένα µήνα πριν, ο Κάφκα είχε υποστεί έναν δεύτερο νευρικό κλονισµό 
και είχε γράψει στον Μπροντ: 
Αυτή την εβδοµάδα δεν την πέρασα και πολύ ευχάριστα, 
γιατί αναγκάστηκα να αφήσω την ιστορία του Πύργου, προφανώς για πάντα. 
Αν και δεν είναι σαφές πότε σταµάτησε να γράφει τον Πύργο, 
εντούτοις το βιβλίο έµεινε όντως ηµιτελές, σε ότι αφορά την πλοκή, 
ενώ σε ότι αφορά την επιµέλεια (στίξη, σύνταξη κ.λπ.) δείχνει να είναι ολοκληρωµένο. 
Πάντως από αυτή τη χρονική στιγµή και ως το θάνατό του, 
η υγεία του ήταν εξαιρετικά επιβαρυµένη, 
οπότε αν ασχολήθηκε, θα ασχολήθηκε ελάχιστα. 






Ο θρυλικός Πύργος του, 
είναι το τελευταίο και ημιτελές, όπως όλα τα μεγάλα πεζά του Κ., έργο 
αυτής της αξεπέραστης φωνής· 
κυκλοφόρησε, ύστερα από πολλές εκδοτικές περιπέτειες, 
«υπαιτιότητι» του υπερπροστάτη του Κ., Μαξ Μπροντ. 
Τώρα το έχουμε μπροστά μας στην πληρέστερη μορφή του, 
από μία γερμανική έκδοση των καφκικών απάντων του 1982. 
Με όλα τα κεφάλαια που διέσωσε ο Μπροντ. 
Αυτά τα κομμάτια, αν και ημιτελή, δεν προδίδουν διόλου το γνωστό ύφος του Κ., 
το οποίο, βέβαια, γνωρίζουμε μέσα από την «κοπτική-ραπτική» 
που έκανε στα χειρόγραφα του φίλου του ο μισαλλόδοξος Μπροντ.






Διαβάζοντας το «Μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν, 
ένα αίσθημα ευεξίας παρόμοιας με την ευεξία που ένιωθε ο ήρωας στο σανατόριο των Άλπεων,
το διαδέχεται η κόπωση, η εξάντληση· 
στο τέλος αρρωσταίνεις κι εσύ μαζί με τον ήρωα 
χάνοντας την εγρήγορση και τη διαύγεια σ’ ένα νοσηρό κυκεώνα. 
Παρόμοια συναισθήματα διαβάζοντας το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ: 
η υπερευαισθησία του ήρωα, που στην αρχή συναρπάζει, 
φτάνει σε βαθμό νεύρωσης 
κι ένιωσα να τρελαίνομαι, όταν έφτασα και σταμάτησα πια στον τρίτο …τόμο! 
Στο «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου τα πράγματα ήταν πιο απενεχοποιημένα: 
ο αναγνώστης –εν πάση περιπτώσει …εγώ - 
δεν αισθάνεται ότι το πρόβλημα υπάρχει στον ίδιο, 
αλλά ακολουθεί το παραλήρημα και τις οπτικές του πρωταγωνιστή 
ως μετεξέλιξη μιας συνείδησης όπου τον οδήγησαν οι έξω συνθήκες, 
οι παραλογισμοί της ιστορίας.
Έτσι λοιπόν και στον Πύργο, 
παρακολουθώντας τον Κ. στην επίμονη προσπάθειά του 
να γίνει δεκτός από τον περίφημο Κλαμ, 
ένιωσα να εξαντλούμαι μαζί του στις ατέλειωτες, α-νόητες και χωρίς σκοπιμότητα σπείρες γύρω από τον στόχο του. 
Με κούρασε, με κούρασε, αυτή είναι η … αλήθεια! 
Κι αναρωτιέμαι αν αυτή ήταν μια από τις προθέσεις 
αυτού του πολυδιάστατου - γι’ άλλη μια φορά - έργου. 
Ίσως και να μην το τέλειωνα, 
αν δεν μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον 
η κάπως ελεύθερη μεταφορά σε θεατρικό έργο από τον Μ. Μαρμαρινό 
(Ποιος είναι ο κ. Κέλερμαν και γιατί λέει όλα αυτά τα βρωμερά πράγματα για μένα;)






Ο Κάφκα σε υποχρεώνει να τον ξαναδιαβάσεις. 
Κι εδώ βρίσκεται όλη του η τέχνη. 
Οι λύσεις του, η έλλειψη κάθε λύσης, υπαγορεύουν εξηγήσεις που, 
χωρίς να είναι ξεκαθαρισμένες απαιτούν, για να φανούν βάσιμες, 
να ξαναδιαβαστεί η ιστορία κάτω από ένα καινούριο πρίσμα. 
Μερικές φορές υπάρχει η διπλή δυνατότητα ερμηνείας - 
απ' όπου προέρχεται η ανάγκη για δυο αναγνώσεις. 
Αυτό ακριβώς επιδιώκει ο συγγραφέας. 
Θα είμαστε, όμως, υπερβολικοί 
αν θέλαμε να εξηγήσουμε τον Κάφκα μ' όλες του τις λεπτομέρειες. 
Ένα σύμβολο είναι πάντα αόριστο και, μ' όση ακρίβεια κι αν ερμηνεύεται, 
ο καλλιτέχνης δεν μπορεί ν' αποδώσει παρά μονάχα τις τάσεις του: 
δεν μπορεί να το δώσει λέξη προς λέξη. 
Εξ άλλου, τίποτα πιο δύσκολο απ' την κατανόηση ενός συμβολικού έργου. 
Ένα σύμβολο ξεπερνάει πάντα εκείνον που το χρησιμοποιεί 
και στην πραγματικότητα 
τον κάνει να πει περισσότερα απ' όσα θέλει να εκφράσει συνειδητά. 
Απ' αυτή την άποψη, ο πιο σίγουρος τρόπος για να το συλλάβει κανείς 
είναι να μην το προκαλεί, 
να πλησιάζει το έργο χωρίς προκατάληψη 
και να μη ζητάει να βρει τη μυστική του ροή. 
Ιδιαίτερα για τον Κάφκα, 
το σωστότερο είναι να συμμετέχεις στο παιχνίδι του, 
να πλησιάζεις το δράμα εξωτερικά 
και το μυθιστόρημα απ' τη μορφή του.






Και πάλι, και πάλι στη μακρινή εξορία, 
στη μακρινή εξορία.
Σε βουνά, σε έρημο, σε χώρα απέραντη
αξίζει να περιπλανηθώ..


Η λέξη “Κάφκα” σημαίνει “κάργια” στα τσεχικά 
και ο συγγραφέας χρησιμοποιούσε το πουλί 
σαν έμβλημα στις επαγγελματικές του επιστολές.

Ο Κάφκα δεν ολοκλήρωσε κανένα από τα μυθιστορήματα που ξεκίνησε. 
Πριν πεθάνει, είχε ήδη κάψει περίπου 90% των χειρογράφων του. 
Άφησε εντολή στον επιστήθιο φίλο του 
και εκτελεστή της πνευματικής κληρονομιάς του, Μαξ Μπροντ, 
να κάψει οτιδήποτε είχε απομείνει, 
από χειρόγραφα και επιστολές μέχρι ημερολογιακές καταγραφές και σκίτσα. 
Ο Μπροντ αγνόησε το αίτημά του. 
Ευτυχώς.