- Αποσκότησόν μου. (~ Μη μου κρύβεις τον ήλιο)
Διογένης προς Αλέξανδρον
...
«Μη με σκοτίζεις, ρε μαλάκα.»
Βέβαια
Κάπως πιο κομψά
Μας διασώζει ο Λαέρτιος
Τη στιχομυθία
Κι έμεινε πια
Στα εγχειρίδια ιστορίας.
Μα εγώ
Που είμαι «μανούλα» στα τερτίπια της φιλολογίας
Το γράφω ακριβώς όπως ειπώθηκε.
[ Άλλωστε
Τι σόι κυνικός αλήθεια θα 'τανε
Αν διάλεγε άλλο τρόπο
Αν άλλες λέξεις χρησιμοποιούσε
Για να σοκάρει τους μελλούμενους;]
«Μη με σκοτίζεις, ρε μαλάκα.»
Χρυσοντυμένος στο φαρί* του ο βασιλιάς
- Τι στήσιμο, τι άρτιο σκηνικό, τι πόζα! -
Δεκαοχτώ χρονώ το κωλοπαίδι
Κι αυτός σκατόγερος
Αλλά με φήμη σεβαστή στο πανελλήνιο
Την επερίμενε
Την επερίμενε σας λέω
Την έλευση του βασιλέα…
Νίκος Χειλαδάκης
από τη συλλογή ΥΚΣΩΣ ή ΙΞΩΣ, 1993
Πόσο θ' αντέξεις ακόμα
Σ' αυτή τη χιονισμένη πλαγιά
Όπου κάνουν σλάλομ
Και ελεύθερη κατάβαση
Επιδέξιοι σκιέρ
Τεχνίτες του στίχου
Που αποφεύγουν έγκαιρα
Κάθε λογής λόγου εμπόδιο
Αργά ή γρήγορα
Θα βρεθείς σε κάποιο γκρεμό
Ξεχνώντας να βάλεις τελεία
Ή ακόμα χειρότερα
Θα σου συμβεί μια αστεία πτώση
Παραλείποντας καίρια ερωτηματικά
Θα γίνεις θέαμα στα μάτια
Ενός κοινού απαιτητικού
Διψασμένου για κάθε είδους
Θαυμαστικό εξευτελισμό
Παράτα τα όσο είναι καιρός
Έρχεται χιονοθύελλα
Κι είμαστε πια οριστικά αγνοούμενοι
Ανάμεσα σε τόσα αποσιωπητικά
Θωμάς Ιωάννου από τη συλλογή Ιπποκράτους 15,
2011 εκδόσεις Σαιξπηρικόν *** Ο Θωμάς Ιωάννου γεννήθηκε το Δεκέμβρη του 1979 στην Άρτα. Μεγάλωσε στην Πρέβεζα. Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα. Ειδικεύεται στη Νευρολογία.
Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (Σημειώσεις, Οδός Πανός,Μανδραγόρας, Ένεκεν).
Η συλλογή ‘’ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 15’’ , εκδόσεις Σαιξπηρικόν, είναι το πρώτο του βιβλίο.
«Φαίνεται πια πως τίποτα - τίποτα δεν μας σώζει...»
ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ
........
Νίκος Καββαδίας " Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ"
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.
Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά·
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.
Κάτι που θα 'κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ' αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.
Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ... Σκεφτείτε... Εγώ.
Ένα καράβι... Να σας πάρει, Καίσαρ... Να μας πάρει...
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ' οδηγώ.
Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
-- Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.
Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ' αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.
Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.
Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν' ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ' ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.
Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει·
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.
Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
--μια γριά σ' ένα πολύβοο καφενείο--
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.
Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.
Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα;
Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.
Παμπάλαιο κι ερείπιο ένα πλοίο είδα άθλια γερμένο σ’ένα πλάϊ, με τα πλευρά του που η σκουριά πια τά’χει φάει, με το τιμόνι του έξω απ’τα νερά,
σπασμένο, δαγκωμένο απ’ άγνωστο της θάλασσας θηρίο.
Τέτοιο τρισάθλιο κι ερείπιο ένα πλοίο…
Κι όμως –ποιός θα το πίστευε;- απ’το γυρτό φουγάρο του φαινόταν μια υποψία καπνού ν’ αργανεβαίνει αδύναμη ψηλά και να σκορπιέται…
(Είχε το ερείπιο μες στα σπλάχνα του κρυμμένη μιά τελευταία σπίθα,κι ίσως ίσως μελλοντικά ταξίδια ονειρευόταν, ίσως με τέτοια ελπίδα αποκοιμόταν τα βράδια μες στην πλήξη του ναυστάθμου…)
Το κοίταζα.Κι ο νους μου άθελα πήγε σε κάτι ομοιοκατάντητους ανθρώπους που έτσι η ζωή σιγά σιγά τους τρώει…
Πήρε από το ράφι έναν από τους πολλούς δίσκους με τα αντίγραφα ασφαλείας που είχε με επιμέλεια φροντίσει να δημιουργήσει και τον συνέδεσε στην κεντρική μονάδα.
Άνοιξε το πακέτο για να πάρει ένα τσιγάρο και το πρόγραμμα προβολής εικόνων.
Έγειρε πίσω στη θέση του περιμένοντας την πρώτη εικόνα της να εμφανισθεί στην οθόνη
- του μυαλού του -
Τα εκατομμύρια εικονοστοιχεία ολοκλήρωσαν σχεδόν αστραπιαία
τη μορφή της.
Όμως κάτι κακό - σχεδόν μοχθηρό - συνέβαινε εδώ. Το είχε παρατηρήσει και τις προηγούμενες φορές χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία - είχε σκεφτεί ότι μπορεί να οφειλόταν στον διαφορετικό κάθε φορά φωτισμό του γραφείου ή σε κάποια αστοχία υλικού -
αλλά πλέον γινόταν ενοχλητικά ολοφάνερο:
Οι εικόνες όχι μόνο θόλωναν αλλά γίνονταν και ελαφρώς διαφορετικές
- ποιο ήταν εν τέλει το χρώμα των ματιών της; -
Πιο κει
ο Χρόνος
συνέχιζε να δουλεύει ακατάπαυστα στο λογισμικό επεξεργασίας εικόνων.
... Ξεκίνησε λοιπόν να φτιάξει από πηλό μια ανθρώπινη φιγούρα, αντρική ή γυναικεία είναι ανούσια λεπτομέρεια, την έβαλε στο φούρνο και άναψε την απαραίτητη φωτιά.
Όταν πέρασε η ώρα που έκρινε αρκετή, την έβγαλε από κει, και, ω Θεέ μου, πήγε η ψυχή του στα πόδια.
Η φιγούρα του είχε βγει μαύρη, κατάμαυρη, καμιά σχέση με αυτό που είχε κατά νου για το πώς θα ’πρεπε να είναι ο άνθρωπός του.
Ωστόσο, ίσως επειδή βρισκόταν ακόμα στην αρχή της δράσης του, δεν του έκανε καρδιά να καταστρέψει το ελαττωματικό προϊόν της αδεξιότητάς του. Της έδωσε ζωή, μ’ ένα τίναγμα στο κεφάλι ας υποθέσουμε, και την έδιωξε.
Έπλασε μια καινούρια φιγούρα, την έβαλε στο φούρνο, τούτη τη φορά όμως είχε την προνοητικότητα να είναι προσεκτικός με τη φωτιά. Το κατάφερε βέβαια, υπερβολικά όμως, αφού η φιγούρα εμφανίστηκε ολόλευκη, πιο λευκή απ’ όλα τα λευκά. Δεν ήταν αυτό που ήθελε ούτε τούτη τη φορά. Ωστόσο, παρά το νέο θαλάσσωμα, δεν έχασε την υπομονή του, θα πρέπει μάλιστα να σκέφτηκε με επιείκεια, Το καημένο, δεν φταίει αυτό, τελικά έδωσε και σε τούτο ζωή και το έστειλε στο καλό.
Στον κόσμο υπήρχε λοιπόν ένας μαύρος κι ένας λευκός, αλλά ο αδέξιος δημιουργός δεν είχε ακόμα πετύχει το δημιούργημα των ονείρων του. Ανασκουμπώθηκε για μια ακόμα φορά, άλλη μια ανθρώπινη φιγούρα έλαβε θέση στο φούρνο, το πρόβλημα, έστω κι αν υπήρχε ακόμα το πυρόμετρο, θα έπρεπε να λύνεται πιο εύκολα από εκεί και ύστερα, δηλαδή το μυστικό ήταν να μη ζεστάνει τo φούρνο ούτε πολύ ούτε λίγο, και μιας κι ήταν η τρίτη φορά, θα έπρεπε να είναι και η χαριστική.
Δεν ήταν.
Βέβαια η καινούρια φιγούρα δεν βγήκε μαύρη, δεν βγήκε βέβαια λευκή, όμως, αχ ουρανοί, βγήκε κίτρινη. Αν ήταν άλλος ίσως να είχε παραιτηθεί, θα είχε σκαρώσει βιαστικά ένα διαλυτικό για να τελειώνει με το μαύρο και το λευκό, θα είχε σπάσει το λαιμό του κίτρινου, πράγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό συμπέρασμα της σκέψης που πέρασε απ’ το νου του με τη μορφή ερώτησης, Αν εγώ ο ίδιος δεν μπορώ να φτιάξω ένα σωστό άνθρωπο, πώς θα μπορέσω αργότερα να του ζητήσω λογαριασμό για τα λάθη του;
Για μερικές μέρες ο αυτοσχεδιαστής κεραμοποιός μας δεν είχε το κουράγιο να μπει στο εργαστήριό του, κατόπιν όμως, όπως συνηθίζεται να λέγεται, το σαράκι της δημιουργίας άρχισε να τον τρώει και μετά από λίγες ώρες μια τέταρτη φιγούρα είχε πλαστεί κι ήταν έτοιμη να μπει στο φούρνο.
Αν υποθέσουμε πως υπήρχε τότε πάνω από αυτόν το δημιουργό ένας άλλος δημιουργός, είναι πολύ πιθανόν από τον μικρότερο προς τον μεγαλύτερο να είχε υψωθεί μια παράκληση, μια προσευχή, μια ικεσία, ή κάτι ανάλογο που έλεγε περίπου το εξής,
Μη μ’ αφήσεις να βγω σκάρτος.
Τελικά, με χέρια γεμάτα αγωνία, τοποθέτησε τη φιγούρα στο φούρνο, κατόπιν διάλεξε με σχολαστικότητα και ζύγισε την ποσότητα των ξύλων που του φάνηκαν κατάλληλα, αφαίρεσε τα χλωρά από τα πολύ ξερά, έβγαλε άλλο ένα που καιγόταν άσχημα και άχαρα, πρόσθεσε άλλο ένα που έδινε μια φλόγα χαρούμενη, υπολόγισε κατά προσέγγιση το χρόνο και την ένταση της φωτιάς και επαναλαμβάνοντας την έκκληση, Μη μ’ αφήσεις να βγω σκάρτος, έφερε το σπίρτο κοντά στα ξύλα.
Εμείς, οι σημερινοί άνθρωποι, που έχουμε περάσει από τέτοιες καταστάσεις αγωνίας, κάποιο δύσκολο διαγώνισμα, κάποιο ραντεβού που μας έστησαν, κάποια φορά που περιμέναμε το παιδί μας, μια δουλειά που μας αρνήθηκαν, μπορούμε να φανταστούμε πόσο υπέφερε αυτός ο δημιουργός όσο περίμενε το αποτέλεσμα της τέταρτης απόπειρας, τον ιδρώτα του που θα πάγωνε αν δεν ήταν τόσο κοντά στο φούρνο, τα νύχια του φαγωμένα από τη ρίζα, κάθε λεπτό που περνούσε έπαιρνε μαζί του δέκα χρόνια απ’ τη ζωή του, για πρώτη φορά στις διαφορετικές ιστορίες δημιουργίας του σύμπαντος ο ίδιος ο δημιουργός ήταν αυτός που γνώρισε τα βάσανα που μας περιμένουν στην αιώνια ζωή επειδή είναι αιώνια, όχι επειδή είναι ζωή.
Άξιζε όμως τον κόπο. Όταν ο δημιουργός μας άνοιξε την πόρτα του φούρνου και είδε αυτό που βρισκόταν μέσα, έπεσε στα γόνατα εκστασιασμένος.
Αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν πλέον ούτε μαύρος, ούτε λευκός, ούτε κίτρινος, ήταν, βεβαίως, κόκκινος, κόκκινος σαν την κόκκινη αυγή και τον πουνέντε, κόκκινος σαν τη φλογερή λάβα των ηφαιστείων, κόκκινος σαν τη φωτιά που τον έκανε κόκκινο, κόκκινος σαν το ίδιο του το αίμα ...
Ζοζέ Σαραμάγκου, Η Σπηλιά, Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 221-222.
..το αλληγορικό στοιχείο απαραίτητο συστατικό της γραφής του Σαραμάγκου.. γραφή που επιβάλλεται, καθιερώνοντας ένα νέο είδος, όπως αναφέρουν και οι αναλυτές του έργου του : " Το πειραματικό στυλ του Σαραμάγκου συχνά χαρακτηρίζεται από μακριές προτάσεις, κατά περιπτώσεις περισσότερο από μια σελίδα σε μάκρος. Χρησιμοποιεί περιόδους. Πολλές από τις παραγράφους του εκτείνονται για σελίδες χωρίς παύση για διάλογο, τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει να μην οροθετεί με εισαγωγικά. Όταν ο ομιλητής αλλάζει, ο Σαραμάγκου σηματοδοτεί αυτή την αλλαγή αρχίζοντας με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα της πρώτης λέξης που αναφέρει ο νέος ομιλητής".. ...............
..αυτό το νέο είδος γραφής το συνάντησα πρώτη φορά σαν αναγνώστρια στο "Το φθινόπωρο του Πατριάρχη" - 1975 του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.. ..με μακριές φράσεις όλο παρακλάδια, χωρίς παύσεις - σχεδόν ανύπαρκτα σημεία στίξης για σελίδες ολόκληρες καθώς και με αλλαγές στο χρόνο αφήγησης που, όμως, όπως επισημαίνει η επίσημη μεταφράστριά του Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας "αυτό συμβαίνει χωρίς να διακόπτεται ο ειρμός του κειμένου και συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης"..
..αυτά είναι ελάχιστα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους Μεγάλους Λογετέχνες.. χειρίζονται τις ιδέες και το λόγο με την άνεση της αναπνοής..
************* Ευχαριστούμε τον Γιώργο Πολυμενάκο γι' αυτήν την πολύ σημαντική παρουσία του στο blog..
Αργά, πολύ αργά τη νύχτα, οι δρόμοι επιτέλους αδειάζουν. Απομένουν μονάχα οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα γνώριμα ερπετά, κάτω από τα φεγγάρια του δημοτικού φωτισμού.. τότε διαλέγουμε την κατάλληλη στιγμή, ανάμεσα στα περάσματα των περιπόλων και κάνουμε την εμφάνιση μας,
πάνοπλοι :
ανεμίζοντας τα αυτόματα των κραυγών,
απασφαλίζοντας τα περίστροφα της γιορτής,
κραδαίνοντας τα σπαθιά της αυπνίας.
Απολαμβάνοντας τη μικρή χαρά, ότι, αν μη τι άλλο, διαταράξαμε την κοινή ησυχία…
Φιλοσοφικά κείμενα που μας ωθούν ν' αναθεωρήσουμε, να επαναπροσδιορίσουμε και να επαναπροσδιοριστούμε..
Ευχαριστούμε θερμά τον Γιώργο Πολυμενάκο γι' αυτό το σπουδαίο παράθυρο που μας ανοίγει.. ................................
Γκυ Ντεμπόρ (Guy Debord) - Ο ποιητής της δημιουργίας καταστάσεων
Οι τέχνες του μέλλοντος θα είναι αναστατώσεις καταστάσεων, ή τίποτα ·
Η ευτυχία είναι μια καινούργια ιδέα στην Ευρώπη ·
Εδώ είχε μπει στην πράξη ή συστηματική αμφιβολία για όλες τις μορφές ψυχαγωγίας και δουλειάς αυτής τής κοινωνίας, μια καθολική κριτική τής αντίληψης της για την ευτυχία ·
Το μοναδικό ενδιαφέρον εγχείρημα, είναι ή απελευθέρωση τής καθημερινής ζωής, όχι μόνο μέσα στις προοπτικές τής ιστορίας, αλλά για μάς και τώρα αμέσως ·
Υπάρχουν, βέβαια, κυριευμένες συμπεριφορές· αποτελέσματα πού μπορούν να ελεγχθούν ·
Εντούτοις, η πραγματικότητα απ’ την οποία πρέπει να ξεκινάμε, είναι το ανικανοποίητο ·-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Είναι ωραία εκείνη η στιγμή, όπου εξαπολύεται μια επίθεση εναντίον της τάξης του κόσμου.(38)
Στο σχεδόν ανεπαίσθητο ξεκίνημά της, ξέρουμε ήδη ότι πολύ σύντομα ό,τι κι αν συμβεί, τίποτα δεν θα είναι πια όπως ήταν. Είναι μια επέλαση που ξεκινάει αργά, επιταχύνει την πορεία της, περνάει απ’ το σημείο πέρα απ’ το οποίο κάθε υποχώρηση είναι αδύνατη και οδεύει αμετάκλητα να συγκρουστεί με ό,τι έμοιαζε απρόσβλητο, το οποίο ήταν τόσο συμπαγές και τόσο οχυρωμένο, αλλά ωστόσο προορισμένο επίσης να κλονιστεί και να βυθιστεί σε αταξία.
Να λοιπόν τι κάναμε όταν, βγαίνοντας από τη νύχτα, ξεδιπλώσαμε για μια ακόμα φορά το λάβαρο της «παλιάς καλής υπόθεσης»(39) και προελάσαμε κάτω απ’ τα πυρά του χρόνου.
38. Αυτή η παράγραφος καθώς και οι τέσσερις επόμενες επιχειρούν να συνοψίσουν την ιστορία της Καταστασιακής Διεθνούς (1957-1972).
39. Έκφραση των Ισοπεδωτών (Levellers) στην Αγγλική επανάσταση του 17ου αιώνα.
Στην διάρκεια αυτής της πορείας, πολλοί πέθαναν ή έμειναν αιχμάλωτοι στα χέρια του εχθρού και άλλοι πολλοί τέθηκαν εκτός μάχης ή τραυματίστηκαν και δεν θα εμφανιστούν πια σε τέτοιες συναντήσεις.
Συνέβη ακόμα να εγκαταλείψει μερικούς το θάρρος και να οπισθοχωρήσουν, αλλά ποτέ, τολμώ να πω, δεν παρεξέκλινε απ’ τη γραμμή του ο σχηματισμός μας, μέχρι να φτάσει στην ίδια την καρδιά της καταστροφής.