Πήρε το κορίτσι το δειλό αγόρι από το χέρι
κι αναχώρησαν για τον κήπο των ορέξεων.
Στον μεγάλο περίπατο της απόλαυσης
σταμάτησαν ένα λεπτό
να ξοδέψουν το βλέμμα τους
στον διάκοσμο της αλέας
Το κορίτσι ανύψωσε το κεφάλι
να θαυμάσει τα περιπλεκώμενα κλαδιά
καθώς θαρρούσαν πως κρύβουν
τον ανήσυχο ουρανό
Ουρανέ ανεξάντλητε,
θα μας χαρίσεις μια γαλάζια κρυψώνα
απ ᾽την απεραντοσύνη σου;
Για να ασφαλίσουμε τον θησαυρό μας,
να μη γίνει αέρας και σκόνη,
όταν θα ξεφτίσει ο μύθος της απώλειας.
Κι ο ουρανός με νερό απάντησε
κι η βροχολαλιά του εξύπνησε
τη θύμιση της αιώνιας στιγμής.
Στο υγρό κατώφλι του χρόνου
εγλύστρησε τώρα το αγόρι
να παρασύρει το κορίτσι.
Κι ο δρόμος έγινε ποτάμι και χείμαρρος
κι η ορμή κυρίευσε την στιγμή..
Βαρκελώνη, Οκτώβρης 2012, Έλτων