Εκ των σπηλαίων του όρους εξήλθον οι δαίμονες. Τετάρτη των τεφρών και των παθών ο θάνατος δεν έχει παρελθόν Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον
Ως θάλασσα υαλίνη ομοία κρυστάλλω.
Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές ξυπνήστε να αποδώσουμε τιμές. Φανήκαν οι ουράνοι στρατηλάτες σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.
Πίστις, ελπίς, αγάπη. Τα τρία ταύτα. Μείζων δε τούτων η αγάπη.
Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές. Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι;
Πάντα ποιείτε ίνα γένησθε άμεμπτοι και ακέραιοι μέσον γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης.
Τα πρώτα 1.000 αντίτυπα του δίσκου "Τα Παράλογα" του Μάνου Χατζιδάκι
(τα οποία ήταν αριθμημένα)
θεωρούνται από τους πλέον δυσεύρετους δίσκους βινυλίου
και η τιμή τους για αγορά από δεύτερο χέρι
ξεπερνά τα 500 ευρώ..!
..μουσική και τραγούδια της φθοράς και του ονείρου..
"Τα ΠΑΡΑΛΟΓΑ είναι ένας κύκλος λαϊκών τραγουδιών
για σιωπηλή και κατ' ιδίαν ακρόαση.
Το θέμα των τραγουδιών είναι η αθάνατη Ελλάδα
σ' όλη την ένδοξη διαδρομή της
και γι' αυτό απαιτείται απ' τους ακροατές
προσήλωση, θρησκευτικότης και ει δυνατόν νηστεία -
χωρίς να σημαίνει αυτό ότι
τα ΠΑΡΑΛΟΓΑ πρέπει να ακούγονται μόνο τη Μεγάλη Σαρακοστή.
Τα ΠΑΡΑΛΟΓΑ αποτείνονται σε μια σιωπηλή κατηγορία ανθρώπων
που δύσκολα συναντά κανείς στην ελλαδικό χώρο.
Κι εδώ είναι η τόλμη αυτής της εργασίας.
Περιττό να προσθέσω ότι
η συμμετοχή τόσων εθνικών κεφαλαίων στην ερμηνεία του έργου
καθιστά το δίσκο γνήσια εθνικόφρονα
χωρίς αμφισβήτηση για το ήθος και για τους στόχους του.
Μουσικά το έργο ανήκει στις νεότερες αντιλήψεις μου περί τραγουδιού και περί μουσικής".
Μάνος Χατζιδάκις
(Ειλικρίνεια ή μπλακ χιούμορ; Διαλέγετε και παίρνετε.. από τον Άκη Γαβριηλίδη, σε ανάλυση του συνολικού έργου του Γκάτσου, με τίτλο "ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΚΡΑΤΑΕΙ ΧΡΟΝΙΑ" ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΓΚΑΤΣΟΥ, με αφορμή ένα κείμενο του Τάκη Καγιαλή, έτος 1999, που προκάλεσε έντονες και ποικίλες αντιδράσεις, με τίτλο "Μοντερνισμός και πρωτοπορία")
Οι φωτογράφοι σκυθρωποί άνεργοι τώρα οι μαστρωποί κι η Μάγδα μες στα μαγαζιά της δείχνει στον κόσμο τα βυζιά της. Έγινε η πόλη σαν κουρέλι κανείς δεν ξέρει πια τι θέλει κι όπου το μάτι να γυρίσεις τη δυστυχία θ' αντικρύσεις. Επαναστάτες με σφυριά σπάσαν την πόρτα τη βαριά και προχωράν στους άδειους δρόμους με το πουκάμισο στους ώμους. Όλοι κρατάνε την ανάσα για τα φλουριά πού 'χουν στην κάσα κι η Μάγδα πρώτη μες στις πρώτες κλείνει την πόρτα στους προδότες. Εκείνη κρίνει τους μισούς τους άλλους κρίνει ο Ιησούς και τους μιλά μ' απελπισία για τη Δευτέρα Παρουσία. Αίμα η καρδιά της Μάγδας στάζει μα ο νικημένος δεν προστάζει και μόνη μες στην κάμαρά της θάβει για πάντα τα όνειρά της.
***
Ο αμνός του Θεού Στίχοι: Νίκος Γκάτσος Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Λύκοι πατήσαν το φεγγάρι και πήραν του Θεού τ' αρνί καντήλι και προσκυνητάρι και παρηγόρια μου στερνή. Donde vas cordero de Dios querido? (αγαπητό) Μ' άστρα μεγάλα και λυχνάρια θα βγουν αντάρτες κυνηγοί τα ματωμένα του τ' αχνάρια να σημαδέψουνε στη γη. Donde vas cordero de Dios herido? (πληγωμένο)
Κι εγώ στο ψήλωμα τ' Αη-Γιάννη θα σπάσω τα καμπαναριά βαφτιστικέ του Μακρυγιάννη κορυδαλέ του Μπαταριά. Donde vas cordero de Dios perdido? (χαμένο)
***
Cundu Luna Vini ( Όταν βγαίνει το φεγγάρι ) Στίχοι: Νίκος Γκάτσος Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις Πρώτη εκτέλεση : Μαρία Φαραντούρη & Ηλίας Λιούγκος
Ό,τι και να γίνει ό,τι και να λάχει κούντου λούνα βίνι τραγουδάν οι βλάχοι. Φίλοι στην ειρήνη σύντροφοι στη μάχη κούντου λούνα βίνι τραγουδάν οι βλάχοι. Κούντου λούνα βίνι κι ό,τι θέλει ας γίνει. Κλαιν οι βεδουΐνοι σκούζουν οι φελλάχοι και στην Παλαιστίνη καίγονται μονάχοι. Θρύψαλο η σελήνη στη μεγάλη ράχη κούντου λούνα βίνι τραγουδάν οι βλάχοι. Κούντου λούνα βίνι κι ό,τι θέλει ας γίνει. Φως και καλωσύνη γιε μου δεν υπάρχει ρίχνουν στο καμίνι και τον Πατριάρχη. Μαύρισαν οι κρίνοι ράγισαν οι βράχοι κούντου λούνα βίνι τραγουδάν οι βλάχοι. Κούντου λούνα βίνι κι ό,τι θέλει ας γίνει.
***
Χρησμοί της Σίβυλλας Στίχοι: Νίκος Γκάτσος Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη Βέγιαλα λαλά λεγιά βάλαλα λεγιά λαλά! Απ' της μάνας μου το μήτρα έχω μάθει ν' αγρυπνώ καίω θειάφι μες στη χύτρα και διαβάζω τον καπνό. Όποιος ψηλά δεν πέταξε δεν ξέρει τί 'ναι κάστρο κι όποιος το φως δεν άγγιξε ποτέ δεν γίνεται άστρο. Βέγιαλα λαλά λεγιά βάλαλα λεγιά λαλά! Την πιστή μου κουκουβάγια κάθε νύχτα τη ρωτώ και μασώντας άγια βάγια σ' άλλα σύνορα πετώ. Όποιος τον πόνο γνώρισε θά 'χει αδερφό τον πόνο κι όποιος φοβάται το θάνατο θα τον σηκώνει στον ώμο. Βέγιαλα λαλά λεγιά βάλαλα λεγιά λαλά! Το παλιό μου το κιτάπι έχει ξεθωριάσει πια ποιός θυμάται την αγάπη ποιός πιστεύει σ' ανθρωπιά; Μα η αγάπη θα ξαναζήσει πάλι με τον πόνο της το γκρέμισμά της πάλι θ' αντικρύσει θα δει να χάνονται όλα κι όμως πάντα με το σκοτάδι μπρος σκοτάδι πίσω της πάντα και πάλι και ξανά πάντα θα ζει και πάντα θά 'ναι αγάπη.
***
Ο ιππότης κι ο θάνατος Στίχοι: Νίκος Γκάτσος Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις Ερμηνεία: Ηλίας Λιούγκος Καθώς σε βλέπω ακίνητο με του Ακρίτα τ' άλογο και το κοντάρι τ' Αη-Γιωργιού να ταξιδεύεις στα χρόνια μπορώ να βάλω κοντά σου μια νερατζιά στου φεγγαριού τους χιονισμένους κάμπους κι αυτά τα σίδερα που φορείς μπορώ να σου τα στολίσω μ' ένα κλωνί βασιλικό κι ένα ματσάκι δυόσμο. Μα έγω που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιά να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγή τον ουρανό της πατρίδας μου θα βάλω τώρα κοντά σου τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού μέσα στη λάσπη και το αίμα της Ολλανδίας. Αυτός ο μαύρος τόπος θα πρασινίσει κάποτε. Το σιδερένιο χέρι του Γκετς θ' αναποδογυρίσει τ' αμάξια θα τα φορτώσει θημωνιές από κριθάρι και σίκαλη και τότε πάλι στις σπηλιές των ποταμών θ' αντηχήσουν βαριά σφυριά της υπομονής όχι για δαχτυλίδια και σπαθιά αλλά για κλαδευτήρια κι αλέτρια.
***
Η προσευχή της παρθένου Στίχοι: Νίκος Γκάτσος Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις Ερμηνεία: Μελίνα Μερκούρη Με είκοσι φθινόπωρα και άνοιξη καμμία** απ' την Υπάτη τό 'σκασα και πήγα στη Λαμία. Ήμουν μικρούλα κι άπραγη και δροσερή κι ωραία πως τό 'παθα μανούλα μου κι αγάπησα εκδορέα. Το γαρ πολύ του έρωτος γεννά παραφροσύνη γι' αυτό και ο Αλή Πασάς έπνιξε τη Φροσύνη. Στο δρόμο μου σφυρίζανε και με φωνάζαν Γκόλφω μα ευτυχώς τον Τάσο μου τον λέγανε Ροδόλφο. Ήμουν ψηλή κι ανάλαφρη κι αφράτη και μοιραία πως έμπλεξα μανούλα μου με τέτοιο διαφθορέα. Το γαρ πολυ του έρωτος γεννά παραφροσύνη γι' αυτό κι οι νέοι μουσικοί θαυμάζουν τον Ροσίνι. Από σκαλί σ' άλλο σκαλί κι από φιλί σε πάθος πήρα σοκάκι ανάποδα και μονοπάτι λάθος. Κι απ' το Ροδόλφο στο Μηνά κι απ' τον Κοσμά στον Πάνο πελάγωσα μανούλα μου και τώρα τι να κάνω. Το γαρ πολύ του έρωτος γεννά παραφροσύνη το διάβασα στον Παλαμά, το βρήκα στον Δροσίνη.
***
Ελλαδογραφία
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις Τραγουδά ο Μίκης Θεοδωράκης και χορωδία Τω καιρώ εκείνο ο ακμαιότερος κλάδος της πελασγικής δρυός εκάλυπτε τρεις οικισμούς πέριξ του μυστηριώδους Βράχου της Ακροπόλεως Αλλά μετά τα δραματικά γεγονότα της Μεσοποταμίας, τα οποία οδήγησαν εις την έξωσιν των πρωτοπλάστων εκ της κοιλάδος του Τίγρεως και προεκάλεσαν σύγχυσιν εις τας φρένας των ανθρώπων, οι οικισμοί των Αθηνών ήρχισαν να πληθύνονται παραλόγως Αποτέλεσμα υπήρξεν η αλματώδης επέκτασις της πόλεως και η δημιουργία του λεγομένου άστεως, το οποίο κατά τους αρχαιοπλήκτους ιστορικούς εμεγαλούργησε και περιεβλήθη την αίγλην της αιωνιότητος Επίσκοποι και προεστοί κατακτητές και στρατηλάτες επαναστάτες και αστοί της ιστορίας οι πελάτες Αλλά οι αρχαίοι Θεοί, εν τη μερίμνη των δια τα υπόλοιπα πελασγικά φύλα, απεφάσισαν την βαθμιαία κατάρρευσιν των Αθηνών ως ηγέτιδος πόλεως και την απαλλαγήν του Ελληνισμού, ως εθνικού πλέον συνόλου εκ των κινδύνων του συγκεντρωτισμού. Κατά τους επόμενους μακρούς αιώνας κατεβλήθησαν αρκεταί προσπάθειαι δια την αναβίωσιν του παλαιού άστεως αλλ' αύται απέβησαν άκαρποι. Ευτυχώς δε, διότι κατά την νεωτέραν και σκληροτέραν δοκιμασίαν του γένους, η εκ νέου κυριαρχία των Αθηνών θα απεδυνάμωνε τας κορυφάς και τας πεδιάδας της πελασγικής γης αι οποίαι διεμόρφωσαν την οριστικήν φυσιογνωμίαν της φυλής και κατηύγασαν δι' ανεσπέρου φωτός τους ομιχλώδεις ορίζοντας της περιδεούς ανθρωπότητος Στο Σούλι και στην Αλαμάνα κάναμε φως τη συμφορά θα μας θυμούνται τάχα μάνα καμιά φορά Ματαία ελπίς. Ουδείς τους ενεθυμήθη ως ζώσας αιωνιότητας ουδείς τους κατενόησεν εις τας πραγματικάς των διαστάσεις. Και αι Αθήναι, καταστάσαι πρωτεύουσα νεοπαγούς κράτους, ήρχισαν να προετοιμάζονται δια την εκ νέου απορρόφησιν της ικμάδος του έθνους Αλλά η προγονική κληρονομία δεν είχεν εξ ολοκλήρου σπαταληθή και οι μεταγενέστεροι αδελφοί του μικρού Χορμόπουλου, εκ των Ηπειρωτικών ορέων και εξ όλων των στενωπών της αθανάτου πατρίδος, διέπλευσαν την Αχερουσίαν της μοίρας των με την γαλήνην του μαρτυρίου και της θυσίας Και τα βαρβαρικά έθνη ηπόρησαν και κατ' ιδίαν εκάγχασαν- ακριβώς όπως αι Αθήναι Χτυπάτε της οργής προφήτες καμπάνα στην Καισιαριανή νά 'ρθουν απόψε οι Διστομίτες νά 'ρθουν κι οι Καλαβρυτινοί με σπαραγμό κι απελπισία για τη χαμένη τους θυσία Άραγε είναι αληθές ότι η θυσία των απέβη επί ματαίω Ουδείς δύναται να αποφανθή μετά βεβαιότητος και ουδείς δύναται να προεξοφλήση το μέλλον διότι η ιστορία των ανθρώπων είμαι μία συνεχής παλινδρόμησις. Αλλά με την διαρκώς ογκούμενην υπερτροφίαν της Αττικής αι προοπτικαί διαγράφονται σκοτειναί. Οι αρχαίοι Θεοί δεν υπάρχουν πλέον δια να δώσουν την λύσιν, και ούτω, θάττον η βράδιον αι Αθήναι θα συγκεντρώσουν εις τους κόλπους των και θα εξαφανίσουν δια παντός την Ελληνικήν αρετήν, ως ο Κρόνος εις το απώτατον παρελθόν κατέτρωγε τα ίδια αυτού τέκνα ή ως ο Ήλιος εις το απώτατον μέλλον θα συγκεντρώσει εις τας αγκάλας του τους πλανήτας του και θα καταβροχθίσει αυτούς Γένοιτο και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν Πότε θ' ανθίσουνε τούτοι οι τόποι Πότε θα 'ρθούνε κανούργιοι ανθρώποι να συνοδεύσουνε την βλακεία στην τελευταία της κατοικία
***
Μια μικρή προσπάθεια προσέγγισης του έργου - αναφορές
Ομέρ Βρυώνης - Ευγένιος Ντελακρουά Πινακοθήκη της Αρχιεπισκοπής Κύπρου από την συλλογή Νίκου Δικαίου (Το άλογο του Ομέρ Βρυώνη)
*** (Cundu Luna Vini) Μια σημείωση της Αγαθής Δημητρούκα, που έζησε δίπλα στον ποιητή στην τελευταία περίοδο της ζωής του, πιστοποιεί ότι ο τελευταίος στίχος είναι η εκδοχή του Γκάτσου από ένα απόσπασμα από τον "Ιώβ" του Αμερικανού ποιητή Archibald MacLeish (1892 - 1982).
"Βλάχος" σημαίνει "βοσκός" και γενικότερα συμπατριώτης.. ο Γκάτσος σε αυτή την περίπτωση θέλει να δείξει την μειοψηφία των Ελλήνων (Aromuni (Ρουμάνοι), Κουτσοβλαχοι, Καραγκούνηδες) που κατοικούσαν σε κάποιες ορεινές περιοχές της ηπειρωτικής χώρας και οι οποίοι μιλούσαν μια λατινογενή γλώσσα. Η προέλευσή τους πιθανόν είναι από : α/ τους Ρωμαίους, όπως αγρότες και έποικοι στρατιώτες που τους παραχωρήθηκαν εκτάσεις για ανταμοιβή β/ τον εντοπισμό του αρχαίου πληθυσμού Dacia*** ή Ιλλυρίων ή από υποκατάστατο πληθυσμό αυτών γ/ ομάδες ιθαγενών Ελλήνων που είχαν ενσωματωθεί ως μισθοφόροι στις ρωμαϊκές λεγεώνες και στη συνέχεια τους εκχωρήθηκαν οι γειτονικές περιοχές για να τις καλλιεργούν και να τις υπερασπίζονται με τα όπλα. Η λέξη "Βλάχος" μπορεί να αντλείται και από : α/ την αρχαία σλαβική λέξη"Βλαχ», που σημαίνει «ξένος» (δηλαδή μη Σέρβος) β/ τη γερμανική λέξη "Walechen", που σημαίνει επίσης "ξένος", αλλά σε σχέση με τους Γερμανούς γ/ τον αιγυπτιακό όρο "Fellah"="γεωργός" (που φαίνεται ότι τον προτιμά ο Γκάτσος) δ/ τη λέξη "Vlihi" ("Βλάχα" στη δωρική διάλεκτο), η οποία σημαίνει "βέλασμα" ε/ την Κέλτικη "Volcae" γειτονική φυλή με τους Γερμανούς στ/ τη συγχώνευση της "Vallis" και "aqua", σε σχέση με την ποιμαντική και γεωργική σαν κύριες δραστηριότητες των Βλάχων ζ/ από το λατινικό "villicus."
Στο γλωσσικό χάος των Βαλκανίων είναι μεγάλος ο αριθμός των αρχαίων δανείων της Ρουμανίας.. όταν ένας Ρουμάνος θέλει να "τιμωρήσει" λέει "pedepsi", το οποίο προέρχεται από το ελληνικό "παιδεύω"- "παίδευσα"..