Ξημέρωμα παραμονή είπε στο σκλάβο μια φωνή “το δέντρο δεν ανάβει” αλαφιαστήκαν οι θνητοί του χρόνου μέρα σαν κι αυτή να βάλουμε καράβι.
Φέρε το πρόγραμμα να δω ρόλο μου δώσαν βαρετό θα κυβερνάμε πάντα πέθανε πια το “οὐκ ἀεὶ”* πλοίο,σημαία, Κυριακή και στην πλατεία μπάντα**
Εδώ κοστίζουν τα λεπτά περάστε τσούρμο τα παιδιά μη μπαίνουν ένα ένα ταρατατζούμ ταρατατζούμ όποιος γελά να κάνεις ζουμ και πιο πολύ σ' εμένα.
Κι εσύ μην κάθεσαι κι ακούς βάλε να στύψουν τους φτωχούς να βγάλουμε παράδες γιατί σε χρόνους χαλεπούς κεράσαμε τους μουσικούς γλυκά και λεμονάδες.
Σε φωτισμένες κάμαρες μάσκες μπροστά στις κάμερες ψηλά, στης Γης το κέντρο ευχές για κείνους που πεινούν και μες στο κρύο βλαστημούν το στοιχειωμένο δέντρο. Ζ.Κανταδόρος
Νεφέλη
Βουβά ποτάμια
με τ' αναχώματα μικρά, ν' αναριγούν
πυκνά καλάμια
δάχτυλα πλέκονται και σφίγγουν να ενωθούν
γλιστρούν τα λόγια και τυλίγονται σαν χέλι
πικρή Νεφέλη.
Δυο περιστέρια
κανάτια ολάνοιχτα π' αχόρταγα κοιτούν
πέφτουν τ' αστέρια
στο χρονοπήγαδο κι οι νύμφες οδηγούν
βουνά και σύννεφα πλημμύρισαν με μέλι
γλυκιά Νεφέλη.
Μικρό ξωκλήσι
κοιμίζει δώδεκα το χιόνι στην κορφή
σκιές στη δύση
χείλη που τρέμουν, μουρμουρίζει μια πηγή
κι έν' απερίσκεπτο παιδί τινάζει βέλη
γυμνή Νεφέλη.
Το "Ms. Crystal Meth" δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 2000 στην Heavener Ledger, μια τοπική εφημερίδα στην Oklahoma. Γράφτηκε πιθανόν το 1999 από την Samantha Reynolds για να χρησιμοποιηθεί από την κόρη της σε μια σχολική ενημερωτική δράση για τα ναρκωτικά. Η πληροφορία που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο μαζί με διαφορετικές εκδόσεις του ποιήματος, ότι γράφτηκε από μια εθισμένη έφηβη λίγο πριν πεθάνει φαίνεται τελείως λαθεμένη.
(Το Samantha Reynolds ίσως αποτελεί ψευδώνυμο του αρχικού συγγραφέα όμως αυτό είναι δική του επιλογή.)
Χτυπά στο στήθος μου η καρδιά τ' Ιούδα,
στα γόνατα κεφάλι ακουμπισμένο,
τα δάκρυα στέγνωσε η άσπρη πούδρα,
λάσπη στο πρόσωπό μου το βαμμένο.
Τα πιόνια όλα παρατεταγμένα,
τα άσπρα τα τετράγωνα κενά
και μέσ' τα χέρια μου τα ματωμένα
τρέμει η ξεριζωμένη μου καρδιά.
Τίναξα από τα πόδια μου τη σκόνη,
με το ραβδί το κύμα χτύπησα,
στο παραπέντε στρίβω το τιμόνι,
την κόλαση περνάω σύρριζα.
Οι Ιούδες πάντα κουβαλάνε θλίψη,
στο δρόμο φορτωμένοι με σκοτάδι,
σ' αθέατα σημεία κάθε βράδυ
σκορπούν της προδοσίας τα φιλιά
κι ύστερα από λίγο βγάζουν φτερά,
στην αγκαλιά τους μέσα με παίρνουν στοργικά.
Ξεστρατισμένες ώρες, μέρες τρέχουν,
αφίξεις καθυστερημένες βρέχουν,
την έκσταση και καταδίκη αντέχουν
σ' αυτοσυγκέντρωσης απόγευμα.
Απόκομμα πικρών, παλιών εικόνων,
οδυνηρό ζωής ξεφύλλισμα,
στην τάξη των αμνών και δολοφόνων,
στην πρώτη τη γραμμή εγώ μπροστά.
Κι αυτή η παράσταση έφθασε στο τέλος,
σβηστά τα φώτα, άδεια η σκηνή,
το τελευταίο αυτόγραφο με βέλος
το κάρφωσα στην άλλη μου ζωή.
Κοιτάζω απ' το παράθυρο το χιόνι
να πέφτει μέσ' τις άγρυπνες τις νύχτες,
σταμάτησα του ρολογιού τους δείχτες
μέσα στης προδοσίας τα φιλιά.
Τα πιόνια όλα παρατεταγμένα
τα άσπρα τα τετράγωνα κενά
και μέσ' τα χέρια μου τα ματωμένα
σπάω την προδομένη μου καρδιά.
Οι Ιούδες πάντα κουβαλάνε θλίψη
στο δρόμο φορτωμένοι με σκοτάδι,
σ' αθέατα σημεία κάθε βράδυ
σκορπούν της προδοσίας τα φιλιά
κι ύστερα από λίγο με λόγια γλυκά,
στην αγκαλιά τους μέσα με κλείνουν παντοτινά.