Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Μάγδα Δούκα - " Εαυτόν εκδικήθηκα "



Εαυτόν εκδικήθηκα...
περπατώντας, σε πεδιάδες αβύσσου
ιλαρό προσωπείο, επιφορτίσθηκα
χαιρετώντας, τις πύλες του παραδείσου

εαυτόν εκδικήθηκα...
όνειρα αλλότρια, υιοθετώντας
και ρόλο... αφόβου υπάρξεως, υποκρίθηκα
σε στάση εμβρύου, ριγώντας

εαυτόν εκδικήθηκα...
ζώντας ζωές...άλλων
ωσάν δικές μου, τις οικειοποιήθηκα
με ορμηνία, λάγνων σινιάλων

εαυτόν εκδικήθηκα...
και τον άφησα να πορευθεί, τυχαία
την ίδια τη μοίρα μου, απαρνήθηκα
και συνεχίζω να βαδίζω, λαθραία...



Βασίλης Μάρκου - " Απόψε "



Απόψε,
βρίσκω ξανά
τα δοσμένα φιλιά μου.
Ο χρόνος που πέρασε,
κουλουριάζεται
στο πεσμένο ρούχο.
Κατρακύλησε μαζί του.
Έμεινε
μονάχα το σώμα σου..


Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Βασίλης Σπανογιάννης - " Στο διάβα του.."



..ευγενής, με πολύπλευρη παιδεία αλλά και (ευτυχώς) αντισυμβατικός..
οι συμβολισμοί του σχεδόν πάντα στα όρια του μύθου..
βαθείς, σουρεαλιστικοί και παροιμιώδεις..

..............


" Στο διάβα του.."



Καλή μουσική
δεν έχω μάτια για νερό
ούτε καρδιά για αλκοόλ
την ήσυχη νυχτιά χαζεύω..

καθαρίζω μήλα
αφήνω τα φλούδια στο στήθος σου
το άστρο-γουρούνι να έρθει
τα φώτα αναδεύοντας στο διάβα του..

 
Βασίλης Σπανογιάννης

 .............

..γοητευτικά υπαινικτικό..του έρωτος..
το αποκωδικοποίησα (νομίζω) ανατρέχοντας εδώ :




Αλεξάνδρα Θεοχάρη - " Γη μου "


Τελειώνει η νύχτα
και χαράζει

Τ' άστρα σβήνουν
μα δεν με πειράζει

Οι λέξεις
κόμπος στο λαιμό

Δάκρυα
στην καρδιά σταλάζουν

Υπόσχεση μπλε ουρανού
τάζεις

Ανατολή με χρώμα και μέλι
στάζεις

Άδικη μαζί μου
θάλασσά μου, ήσουν..


Ποιά αγκαλιά, πατρίδα μου,
θυμάσαι..



Γιάννης Στεργιόπουλος - " Τεμπέλης ποταμός "



Αραιές γραμμές
εξογκωμένες, τραβηγμένες να λυγίζουν
απ' τον ίδιο τους τον όγκο,
σε στιγμές που αναδύονται,
σαν του θεού τα ίχνη.

Στις αφετηρίες
ξεχασμένες οι παλιές αμφιβολίες
των ανθρώπων, νέες πράξεις
εποχές ξαναβαφτίζουνε,
ποιός το θεό να δείχνει.

Μέσ' εκατομμύρια
τρυφερότητας αγγίγματα βουτάς,
ζητάς για να αναστήσεις
την ψευδαίσθηση της γονιμότητας,
την ανεργία της ψυχής σου,
πέρα από της θάλασσας την ταραχή.

Αχρωμος, τεμπέλης
ποταμός, που βγαίνει μέσα απ' των πραγμάτων
το αόρατο το δέρμα,
προσμονή κάποιας συνάντησης
με του θεού τη φύση.

Κάλυκας σε άνθος
καθαρός, τον αλμυρίζει ο αέρας,
πως σκορπίζεται μπροστά σου
με μια αίσθηση διάρκειας,
σαν του θεού τη λύση.

Απ' τα εκατομμύρια
βαρβαρότητας χτυπήματα ξεχνάς,
ορμάς για να κερδίσεις
την ακρίβεια της σταθερότητας,
μελαγχολία της ζωής σου,
μέσ' τη ριψοκίνδυνη την αναμονή...

Γιώργος Δημακάκος - " Λαβύρινθος "




Ίσως βρεθείς σε μια στιγμή που δεν θα υπάρχω
Ίσως πεθάνω πριν τολμήσεις να με βρεις
Γυάλινα είδωλα στις θάλασσες θ' ανάψω
να σου θυμίζουν πως σ' αγάπησα πολύ

Ίσως χαθείς μέσα σ' ανθρώπους που δεν ξέρω
Ίσως πετάξεις στους απάτητους καιρούς
Κρύβω στις τσέπες μου κουράγιο να παλέψω
φόβους αθάνατους, θανάτους μου μικρούς

Και που λες πως θα' ρθείς, σε πιστεύω
στου μυαλού την φωτιά σ' έχω κρύψει
στις ρωγμές μου σταλάζει το φως

Την σκιά σου τρυγώ κι ημερεύω,
ξεδιψώντας την άγονη θλίψη
σ' ένα ψέμα μ' αρέσει να ζω

Κι αυτός ο κόσμος που παλεύω να αφήσω
μοιάζει παράδεισος και κόλαση μαζί
Στο παραμύθι που δεν πρόλαβα να ζήσω
πάντοτε ήσουνα το τέλος κι η αρχή

Και που λες πως ακόμα υπάρχεις
ψιθυρίζεις στον χρόνο ν' ανοίξει
μια ρυτίδα στην άδεια μου γη

Κι η βροχή που αργά θα περάσει
το φθαρμένο μου σώμα θα σβήσει
κι ότι κρύβω για σένα, θα βρει


Κατερίνα Θεωνά - " Κίτρινη σημαία "



(Ακόμα κι αν δεν ξέρεις τι θα γράφει αύριο το σωσίβιο..
 καλύτερα μιά βουτιά στο κύμα παρά μια ισόβια καραντίνα μεσοπέλαγα)


 

To πλοίο σήκωσε την κίτρινη σημαία
οι ποντικοί βαθιά στα αμπάρια έχουν κρυφτεί
επιδημία,με συμπτώματα λαθραία
και ένα γλαράκι,στη μεσαία κουπαστή

Για χρόνια, σου είπε,θα κρατήσει η καραντίνα
κουράγιο κάνε,στην υγρή σου φυλακή
κι όταν γεράσεις,του παράδεισου ξεκίνα
μ' άγραφες νότες,να γευτείς τη μουσική.

Πετάει ο γλάρος,δίχως να σε χαιρετήσει
τον καταριέσαι..μα κρυφά χαμογελάς
στο κύμα πέφτεις,πριν η νύχτα σε φιλήσει
μ ένα σωσίβιο που γράφει,ακόμα Ελλάς
..
 

Μανώλης Μητσιάς - " Το Μεθυσμένο Καράβι "

Cinematic Orchestra - Awakening of a Woman (Man with a Movie Camera, Dziga Ve

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Τόλης Νικηφόρου - 6 - Το αθώο τετράποδο



Τόλης Νικηφόρου..
άριστος παρατηρητής, εξαιρετικά οξυδερκής, 
περιγράφει και αναλύει στιγμές, συμπεριφορές και φαινόμενα της καθημερινότητας
και το κάνει με γνώση, τρυφερότητα, ακρίβεια, φίνο χιούμορ και αίσθηση ευθύνης και δικαίου..
αυτά είναι μόνο λίγα από τα στοιχεία που καθιστούν τη γραφή του σημαντική και ελκυστική ..
 .........


 «Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες, μήνες και χρόνια
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»



6 - Το αθώο τετράποδο

Η Μιράντα Χαλκίδη, ή σκέτη Άντα, ακόμη και Αντούλα για τους οικείους και τους φίλους της, ήταν μια ευαίσθητη, προικισμένη και πολύ καλλιεργημένη γυναίκα. Και ιδιαίτερα κοινωνική και ευγενική  από τα παιδικά της χρόνια στη Θεσσαλονίκη, όταν δεν μπορούσε καν να διανοηθεί ότι θα σπούδαζε στη Γερμανία, θα ερωτευόταν κάποιον Κουρτ και θα πρόσθετε ένα Στάιν με παύλα στο επώνυμό της,  ότι θα αποκτούσε δυο παιδιά, θα ζούσε στη βόρεια αυτή χώρα για αρκετές δεκαετίες και κάποτε θα χώριζε, ότι θα γινόταν γνωστή ποιήτρια σε δύο γλώσσες, διαπρεπής μεταφράστρια, κριτικός και ανθολόγος και ότι θα γύριζε στην πατρίδα σε ώριμη πλέον ηλικία. Για να ξανασυναντήσει κάποιους  από τους εφηβικούς της φίλους, σημαντικά πλέον πρόσωπα στην κοινωνία της πόλης και όχι μόνον, όπως τον απόμαχο ποιητή του ανορθόδοξου έρωτα και γκουρού της λογοτεχνίας και τον αντίπαλό του  σε πολλά φιλόλογο, μελετητή και ομότιμο καθηγητή του πανεπιστημίου, για να ενταχθεί στις  λογοτεχνικές παρέες, να εγκατασταθεί και να ζήσει μόνη κι έρημη στο πληκτικό αυτό χωριουδάκι στις παρυφές της φυσιολογικά ανεξέλεγκτης αστικής επέκτασης προς τα ανατολικά. Σε μια παλιά ευρύχωρη και ψηλοτάβανη αποθήκη που, με το εκλεπτυσμένο γούστο της, με προσωπική εργασία και  όχι ευκαταφρόνητα έξοδα, είχε μετατρέψει σε θελκτικό και φιλόξενο σπίτι και για τους άλλους ποιητές και πεζογράφους.

Τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα, όταν ήταν ένα χαριτωμένο, ελκυστικό και ανίδεο κορίτσι της αριστεράς και, όπως όλοι οι νεαροί διανοούμενοι και καλλιτέχνες της παρέας της, πίστευε ολόψυχα στα μεγάλα κοινωνικά φετίχ, ελάχιστα προέβλεπε τα επερχόμενα και απολύτως τίποτα δεν  φανταζόταν για τα πράματα και θάματα που θα προσκόμιζε ο νέος αιώνας. Ούτε κατά τη διάρκεια της  επάρατης επταετίας όταν ανέμιζε τα κόκκινα μαλλιά, τα λάβαρα και τα πανό της σε πορείες και  διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στο Μόναχο, την Κολωνία ή το Βερολίνο και κατέληγε στο σπίτι βραχνιασμένη και ψόφια από την κούραση αλλά με μιαν ηδονική αίσθηση εκπλήρωσης.

Την ενοχλούσε ακόμη βέβαια το σαρδόνιο γέλιο της ιστορίας που, όταν δεν εξοφλεί τους παλιούς  λογαριασμούς της μέσα σε ένα λουτρό αίματος, όλα τα ανατρέπει και όλα τα εμπαίζει, με πρώτες  στο ανελέητο στόχαστρό της τις αγαθές προθέσεις. Που συνήθως χρησιμοποιεί ως σύντριμμα για να  επιστρώσει τον δρόμο προς το γνωστό αποτρόπαιο φόβητρο των θρησκόληπτων σε επίγεια εκδοχή. Αναπόφευκτα όμως είχε συμβιβαστεί με τη σκληρή πραγματικότητα της νέας εποχής. Είχε συμβιβαστεί στον βαθμό που της επέτρεπε η ανάμνηση μιας χαμένης άνοιξης και ο αθεράπευτος ρομαντισμός της, ο οποίος αποτελούσε μάλλον ισχνή εγγύηση για την ασφάλειά της.
Ακόμη και τώρα που έφερε ανεξίτηλες στο σώμα, το πρόσωπο και τα βαμμένα της μαλλιά τις αυθαίρετες και φθονερές επεμβάσεις του χρόνου, η Μιράντα Χαλκίδη-Στάιν ασφαλώς διατηρούσε  ίχνη απ’ την παλιά της τσαχπινιά και σχεδόν αυτούσια την ευγένεια και τη γλυκύτητά της («λέγε με Άντα, καλέ»). Διατηρούσε αυτούσιο το μεσογειακό χαμόγελο και την εγκαρδιότητά της, καθώς το  ταξί στο οποίο είχε επιβιβαστεί συνέχιζε τη μακρινή διαδρομή του από την πυρίκαυστη καρδιά της πόλης προς τα περίχωρά της.

Νωρίτερα το ίδιο βράδυ, η διεισδυτική και γλαφυρή εισήγησή της πλάι στο πιάνο της Ποιητικής Εστίας, θαυμάσια διακοσμημένης με αφίσες, φωτογραφίες, χειρόγραφα, αυτόγραφα και άλλα αναμνηστικά από τη σταδιοδρομία του εξέχοντος οικοδεσπότη, είχε μεγάλη επιτυχία. Όπως και η ανάγνωση των ποιημάτων του τιμώμενου γνωστού υπαρξιακού ποιητή. Όπως οι εξίσου  ενδιαφέρουσες ερωτήσεις που υποβλήθηκαν και η συζήτηση που ακολούθησε με το πλήθος των περίπου είκοσι πέντε παριστάμενων, κυρίως συγγενών του και ομότεχνων, για τον πηγαίο λυρισμό, το γνήσιο θρησκευτικό συναίσθημα, τις ανιχνεύσεις, τα φανερά και τα κρυμμένα, τα σαφή και τα  υπονοούμενα στο σημαντικό έργο του ποιητή. Τα αυτονόητα θερμά συγχαρητήρια για την ομιλία της, το μπρούσκο κόκκινο κρασί μετά, τα ανέκδοτα και τα φιλικά πειράγματα στην παρακείμενη καφετέρια  με μερικούς από τους ευάριθμους αμετανόητους εραστές της αριστοκρατικότερης των τεχνών, είχαν τονώσει ακόμη περισσότερο την ευχάριστη διάθεσή της παρά την καθιερωμένη βασανιστική μουσική υπόκρουση.

Παρόλο που ήταν κουρασμένη και ελαφρά ζαλισμένη, ναι, πράγματι είχε κάνει φιλότιμες απόπειρες να αρχίσει μια στοιχειώδη μεταμεσονύκτια κουβέντα για τούτο και για κείνο με τον ογκώδη και σκυθρωπό οδηγό που ξεχείλιζε εμφανώς από το κάθισμα μπροστά αριστερά της. Με αποτέλεσμα, την τρίτη και τελευταία όπως αποδείχτηκε φορά, να του αποσπάσει κάτι ανάμεσα σε ρόγχο, γρύλισμα  και σπηλαιώδες μουγκρητό, διανθισμένο με ακατάληπτες, ηχητικά ενοποιημένες λέξεις, που την  έπεισε έστω και απρόθυμα να παραιτηθεί από την προσπάθειά της.

Άφησε λοιπόν το βλέμμα της να πλανηθεί αφηρημένα έξω απ’ το παράθυρο στις πολύχρωμες φωτεινές επιγραφές και τις προθήκες των καταστημάτων και σε κάποιες πιο φωτεινές ακόμη παρέες  αγοριών και κοριτσιών, που γελούσαν ξένοιαστα και πειράζονταν στο πεζοδρόμιο. Σχεδόν αυτόματα, αυτό προκάλεσε μιαν οδυνηρή αναδρομή πίσω απ’ την ομίχλη στα ερωτικά φαντάσματα των  νεανικών της χρόνων, που προσπάθησε απεγνωσμένα και κατάφερε να εξορκίσει μόνον όταν το αυτοκίνητο είχε αφήσει πίσω του το πολεοδομικό συγκρότημα και όταν στην αναγκαστική σιωπή της  είχε προστεθεί η σκοτεινή γαλήνη του περιβάλλοντος.

Πέρασαν μπροστά από σκόρπια τετράγωνα χωριατόσπιτα, από διάφορους σύγχρονους οικισμούς και κατάκλειστες μεμονωμένες τεράστιες επαύλεις με επαγγελματικά φιλοτεχνημένα προκήπια, κατά διαστήματα από αστραφτερές εκθέσεις κάθε είδους εμπορευμάτων και από εγκαταλειμμένα μελαγχολικά εργοστάσια, από κυκλοφοριακούς λαβύρινθους και στενωπούς με παραπειστικές πινακίδες, από ανηφόρες, κατηφόρες και απότομες στροφές αλλά, χάρη στις ακριβείς και λεπτομερείς  οδηγίες της, ο οδηγός δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα να φθάσει στο δικό της σπίτι
στην κορυφή ενός καταπράσινου λόφου και να σταματήσει έξω απ’ το μικρό προαύλιο.

Η Άντα έκανε με κόπο τη λιγότερο μπροστινή και περισσότερο πλάγια κίνηση για να βγει απ’ το ταξί, μια και οι ενοχλήσεις από τις φθορές και τις στενώσεις στους σπονδύλους της, κάτω από το  εξαιρετικά κομψό ντύσιμο, είχαν επιδεινωθεί μετά την πολύωρη καθιστική της στάση και τη  γενικότερη καταπόνηση της βραδιάς, πλήρωσε τον οδηγό, αφήνοντάς του κι ένα ικανοποιητικό φιλοδώρημα, του έδωσε κατατοπιστικές οδηγίες για την επιστροφή και τον ευχαρίστησε. Και τότε \διέπραξε το μοιραίο σφάλμα με τις εντελώς απρόβλεπτες συνέπειες.

Όχι ότι του είπε χαμηλόφωνα «καληνύχτα» μία φορά χωρίς να αξιωθεί απάντηση αλλά ότι αποτόλμησε να του πει και δεύτερη, ελαφρά σκυμμένη απ’ έξω προς το μέρος του. Γεγονός το οποίο  θα μπορούσε σαφώς να εκληφθεί ως άτοπη έκκληση για ανταπόδοση. Εκείνος τότε εδέησε να  γυρίσει ελαφρά ένα γωνιώδες και μαλλιαρό κεφάλι με έκφραση βαρεμάρας ανάμικτης με ορεσίβια  περιφρόνηση. «Με ρωτάς εμένα, βρε ρεμάλι», της πέταξε με περισσότερα φωνήεντα και σαφώς  καλύτερη άρθρωση τώρα, ενώ έσβηνε την πλαφονιέρα του, «αν έχω όρεξη να σου πω καληνύχτα; Άντε από δω!».

Ε, τις επόμενες και μεθεπόμενες κινήσεις, σκέψεις και αντιδράσεις της, μπόρεσε και μάλιστα  αστραπιαία να τις προβλέψει το μουδιασμένο μυαλό της Άντας, καθώς έμεινε ως βιβλική στήλη  άλατος στο πεζοδρόμιο. Με τα χέρια ανοιχτά, το μέτωπο στραμμένο προς τον έναστρο ουρανό και την οδυνηρή απορία στα μάτια. Και μόνο μ’ ένα μισοφέγγαρο να της δηλώνει τη χλομή του  συμπαράσταση.

Θα έβλεπε το ταξί να απομακρύνεται στο βάθος του εξοχικού δρόμου, θα σκεφτόταν ότι ούτε καν είχε κάνει στον ταξιτζή παρατήρηση για το κάπνισμα, θα τον χαρακτήριζε αγανακτισμένη και μάλιστα ηχηρά με το όνομα ενός αθώου τετράποδου, όχι εκείνου που κυλιέται ηδονικά στη λάσπη, μα του στωικού γκρίζου υποζυγίου που μασουλάει αμέριμνα το χορταράκι, απαλλαγμένο πλέον απ’ το βαρύ  φορτίο και το σάγμα του, και ήδη θα αισθανόταν τύψεις που, έστω κατά τα καθιερωμένα, το είχε εμπλέξει άδικα στο ατυχές περιστατικό.

Καθώς λοιπόν θα πρόφερε το όνομά του, πρώτα στο ουδέτερο, μετά στο αρσενικό και τελικά σε διπλή πολυσύλλαβη μονολεκτική εκδοχή, μπόρεσε ακόμη να προβλέψει ότι θα έσερνε μετά τα  μπαϊλντισμένα βήματά της ως την εξώπορτα του σπιτιού, ότι θα έριχνε μια στιγμιαία ματιά στις άσπρες και κόκκινες γλάστρες από τις δύο μεριές του πλακόστρωτου διαδρόμου, θα έψαχνε στο  βάθος της τσάντας της το κλειδί, ανάμεσα σε ένα σωρό γυναικεία μικροαντικείμενα, θα άνοιγε με τη  δεύτερη ή την τρίτη προσπάθεια και θα βροντούσε πίσω της την πόρτα, θα άναβε όλα τα φώτα, ενώ θα την έπνιγε η αδύναμη οργή της για την κατάφωρη αδικία.

Μπόρεσε να προβλέψει ότι θα έπαιρνε μερικές βαθιές αναπνοές, θα παρέβαινε τον κανόνα της και θα έπινε νερό για πρώτη φορά απευθείας απ’ το πλαστικό μπουκάλι του ψυγείου, ναι, θα παρέβαινε όλους τους κανόνες. Θα πατούσε το σωληνάριο μπροστά και θα βούρτσιζε τα δόντια της με διπλή  δόση οδοντόκρεμας, θα έβγαζε τα παπούτσια της χωρίς να σκύψει και θα τα πετούσε μακριά, θα  μάλαζε τα πονεμένα πόδια της, θα φορούσε το κεντημένο βαμβακερό νυχτικό της και θα  διεκπεραίωνε μηχανικά τα υπόλοιπα διαδικαστικά για την κατάκλιση. Ενώ θα περνούσε βαθμιαία από την έξαψη της οργής στη σχετική χαλάρωση και στην πρόσκαιρη ελαφριάς μορφής κατάθλιψη, που προκύπτει όταν έχει κανείς εξουθενωθεί και η εδραιωμένη από μιας ζωής σκέψη και μελέτη  φιλοσοφική του διάθεση αδυνατεί πλέον να αντιμετωπίσει την κραυγαλέα βαρβαρότητα.

Τέλος, θα ακουμπούσε το κεφάλι της στο διπλό μαξιλάρι, θα έμενε εκεί για λίγο με κλειστά τα μάτια και θα φανταζόταν τον ταξιτζή να αιωρείται κρεμασμένος από το γυμνό κεντρικό δοκάρι του σπιτιού.Θα γύριζε μετά και θα διάλεγε ένα βιβλίο από τα αδιάβαστα της στοίβας στο ράφι πλάι στο κρεβάτι, οπωσδήποτε αστυνομικό ή θρίλερ, θα ταυτιζόταν σχεδόν συνειδητά με τα θύματα και θα άφηνε τον συγγραφέα να πάρει σκληρή, αδυσώπητη, έστω και μυθιστορηματική, εκδίκηση στο τέλος. Τότε και μόνον τότε θα έβγαζε την καπνοσακούλα της απ’ το συρτάρι, θα έστριβε ένα τσιγάρο με εκλεκτό  μυρωδάτο ανατολικό καπνό και θα το κάπνιζε αργά ως το τέλος με πέντε-έξι βαθιές, παρατεταμένες, απολαυστικές ρουφηξιές. Τότε και μόνον τότε θα ήταν έτοιμη να παραδοθεί στη βουβή επίκληση και στο όνειρο ενός άλλου κόσμου..


Τόλης Νικηφόρου




Χρήστος Φλουρής - " Αναρρίχηση "




αναρρίχηση   
    
 
προσχεδίαζα τις κινήσεις μου προσεκτικά
πάντοτε ως τώρα
περνώντας τις προθέσεις μου
-νύχτα συχνά και λάθρα-
ανάμεσα απ’ τα συρματοπλέγματα που είχαν στηθεί
για να εμποδίσουν- τάχα- την διαφυγή τους
από τους αφελείς που δεν υποψιάζονταν
πως οι προθέσεις και τα όνειρα
δεν καταδέχονται φραγή
και πως από ένστικτο ή από ανάγκη επιβίωσης
συχνά αναπτύσσουν ικανότητες δεινές
αναρριχήσεως…

    χρήστος φλουρής


Βασίλης Σπανογιάννης - '' ένα ποίημα για να (μην) γίνεις βομβιστής αυτοκτονίας ''



''ένα ποίημα για να (μην) γίνεις βομβιστής αυτοκτονίας''

    
είναι η καρδιά μου μια πόλη χαρούμενη με φτωχογειτονιές
κάτι σαν το Ρίο ντε Ζανέϊρο, όπως το θέλουν στα επίκαιρα

πηγαίνετε τον πόλεμο στα σπίτια τους
αφήστε το κέντρο στα πρεζόνια, τις πουτάνες και τους δικηγόρους
αυτοί θα το διαχειριστούν πιο πολιτικά..
οδηγήστε τον πόλεμο στο σπίτι τους,
στις οικογένειές τους, στα αγαπημένα τους πρόσωπα -
πρέπει να γνωρίζουν όταν πράτουν
πως κινδυνεύουν τα παιδιά, η γυναίκα τους, οι γονείς τους,
όπως κινδυνεύουν οι δικοί μας
από την κακοήθεια και τις ασύμετρες απειλές τους

πορευτείτε σε άλλους δρόμους
αυτούς που θα σας φέρουν στη γειτονιά τους
εκεί που θέλουν ''να ζουν σαν άνθρωποι''
μην τους αφήσετε -
θα είναι κακό προηγούμενο αν νιώθετε πληγωμένα ζώα
αν ακόμα μπορείτε να υπερασπίζεσθε την ζωή σας σαν πληγωμένα ζώα,
κάντε τους να νιώσουν τον τρόμο των λίγων μπροστά στη αγέλη,
την πείνα που νικούσε τις φωτιές τα βράδια

βλέπω τις νύχτες στις πλατείες
παιδιά με μια μπύρα στο χέρι, λίγη μουσική, κουβέντα, έρωτα
και ξέρω πως υπάρχουν κι άλλοι που είναι στ' αρχίδια τους όπως εγώ

όμως αυτό το ποίημα είναι γραμμένο για τους αιμοδιψείς,
τους οπαδούς του εμφυλίου,
μπορεί αύριο να ξυπνήσεις και να βρίσκεσαι κι εσύ ανάμεσα τους,
μεθαύριο εγώ, έτσι είναι αυτά

όμως σήμερα είναι η καρδιά μου μια πόλη χαρούμενη με φτωχογειτονιές
κάτι σαν το Ρίο ντε Ζανέϊρο, όπως το θέλουν στα επίκαιρα..

Βασίλης Σπανογιάννης


Χρήστος Θεοφιλάτος - " ΑΠΟΨΕ 3 ΤΑΙΝΙΕΣ ΣΟΥΠΕΡ ΣΕΞ!! "





ΑΠΟΨΕ 3 ΤΑΙΝΙΕΣ ΣΟΥΠΕΡ ΣΕΞ!!

 
Σ'  έχασα και με ρημάζει η Πειραιώς - πιο δυνατή από ποτέ.
Λες κι έμαθε πως πια δεν έχω σύμμαχο
Για να τη διασχίσω.
Σ'  έχασα και τα παλιά της κτίρια απόξω τους μ’ αφήνουν.
Τ' Αθηναϊκό οδόστρωμα Φωτίζουν οι ρεκλάμες.
Σ' έχασα και δένω τα λουριά σφιχτά στο κάθισμά μου
Να ξαναδώ την πτήση μας στο πορνοσινεμά.

Χρήστος Θεοφιλάτος



Παναγιώτης Θ. Τουμάσης - " Στων τρένων την αφετηρία "




Στων τρένων την αφετηρία   
    
 
Στων τρένων την αφετηρία
παίρνω το τρένο τακτικά,
λίγο προσέχω την πορεία,
αν έχει κι άλλους, ειδικά.

Βαθιάν εντύπωση μού κάνει
το πάντα σκοτεινό τοπίο,
στο πάτωμα και το ταβάνι,
το μαύρο, ενώπιος ενωπίω.

Αν τύχω με συνεπιβάτες,
αυτούς κοιτάζω συνεχώς,
είναι σαν δρόμου φανοστάτες
και σβήνει του θανάτου ο αχός.

Αν στο βαγόνι μείνω μόνος
– συχνότατα συμβαίνει αυτό –
σταθμό γυρεύω ανυπομόνως,
έξω γοργά να πεταχτώ.

Ταξίδεψα μ’ εσέ μια νύχτα,
μα δε με γνώρισες εσύ,
βγήκες και σού ’πα «καληνύχτα»
κι ήσουν μια μούγκα και μισή.

Κρεμάστηκα στο φινιστρίνι
για ν’ ανασάνω το κενό,
αλλά με τράβηξαν εκείνοι,
με δάκρυα, μ’ αίματα· γυμνό.

Χρόνια και χρόνια το ίδιο τρένο,
από έφηβος, σχεδόν παιδί,
ποτέ δε βρήκα πού πηγαίνω,
μήτ’ άλλους τόπους έχω δει.

Παναγιώτης Θ. Τουμάσης



Βασίλης Παπαβασιλείου - " Πρόσω βραδέως "




Πρόσω βραδέως   
    
 
Επιβραδύνω
με την ακρίβεια της στίξης

Με στάση και αναπνοή
μπροστά στην άρρηκτη ροή
που διαπερνά τις κλειδαρότρυπες

Αποσιωπώ και αποθαυμάζω
τις κρυμμένες λαμπηδόνες
πίσω από τις κορυφογραμμές

Παρενθέτω τις ελεγείες

Κι εκεί που το βλέμμα
τέμνει τα όρη
και απαντά το όνειρο
σταματώ και ξεκουράζομαι.
Τελεία και παύλα

Βασίλης Παπαβασιλείου


Γιώργος Ευθυμιάδης - " Ανθομαγιάτικη "




Ανθομαγιάτικη
    
    
Ανθομαγιάτικη απλώνεις τα φτερά σου
έβαλες πλώρη τον αλίμενο έρωτά σου
τραβάς στα πέρατα του νου σου
μες το σημάδι του κορμιού σου .

Μάης το θέλησε μου είπες να μισέψω
φεύγω στα βάθη μου κι αν βγω θα σε γυρέψω .
Κι εγώ κρατούσα την φωνή σου
σε μια στιγμή του παραδείσου .

Πήγες και χάθηκες στ' ασύνορά σου μήκη
μέσα σου στάθηκες στων πυρετών την φρίκη
ανθούς του Μάη δεν θυμάσαι
κι ότι σ αγγίζει, το φοβάσαι .

Μ' άλλους μιλάς μέσα στου τοίχου σου τη θέα
πόσο με καίει που δεν είμαι στην παρέα
με σένα δίπλα μου, παντού μου
εσένα φως του εαυτού μου .


Γιωργος Ευθυμιαδης




Βασίλης Μάρκου - " Προϋπόθεση "




Προϋπόθεση   
    
Εξαιτίας των πολλών βυθών
που μας περίμεναν,
είχαμε μια προδιάθεση
προς τις τρικυμίες
ισοδύναμη
μ' εκείνη προς τη γαλήνη.
Η επιθυμία,
προφανής...
Όπως και το ότι κάποια
θα επικρατούσε.
Το θέμα ήταν
αν εκεί κάτω
θα συναντιόμασταν.


Βασίλης  Μάρκου


Ελένη Καραϊνδρου - The Dance Of The Life Tree


Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

NUTCRACKER - " Επιγραφή σε ερειπωμένο κοιμητήριο "




Nutcracker - ο καρυοθραύστης  [ο θραύων κάρυα (γενικώς)]  του stixoi.info..
........

Ώ ξειν αγγέλειν τοις ανθρώποις
ενθάδε κείται τάλας τις
ώετο ήτο ποιητής
Ώ ματαιότης, ματαιότης

Όστις γαρ παρά θίν’ αλός
φημί υπό ωχροροδίνου
φωτός μικράς ημισελήνου
ώλετο οίνον πεπωκώς


 
Ώ ξειν αγγέλειν = ξένε, διαβάτη να πείς...

τάλας = άθλιος, ταλαίπωρος, κακομοίρης, δύσμοιρος, δυστυχής

 

ώετο = είναι παρατατικός του ρήματος οίομαι-οίμαι = νομίζω

οίεται
ώετο
οιήσεται
ωήθη

 

http://lexicon.katabiblon.com/index.php?lemma=%CE%BF%E1%BC%B4%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9


παρά θιν' αλός = δίπλα στη θάλασσα

 

φημί  = λέω, συμφωνώ, ισχυρίζομαι


ώλετο = ὄλλυμι και ὀλλύω = 

 

http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/lemma.html?id=146

 

 «Ώλετο μεν μοι νόστος, ατάρ κλέος άφθιτον έσται»

«Δεν υπάρχει για μένα επιστροφή, μα αιώνια θα είναι η δόξα». Ομήρου Ιλιάδα, Ι 413

Είναι η απάντηση του Αχιλλέα στον Οδυσσέα σε συζήτηση σχετικά με τον αγώνα με τους Τρώες.

 

 

πέπωκα = πίνω, πίομαι, ἔπιον, πέπωκα, πέπομαι, ἐπόθην

 

 

ΑΝΑΚΡΕΟΝΤΕΙΑ 

 Εις τέττιγα


Μακαρίζομέν σε, τέττιξ,
ὅτε δενδρέων ἐπ᾽ ἄκρων
ὀλίγην δρόσον πεπωκώς
βασιλεὺς ὅπως ἀείδεις.

σὰ γάρ ἐστι κεῖνα πάντα,
ὁπόσα βλέπεις ἐν ἀγροῖς
ὁπόσα φέρουσιν ὗλαι.
σὺ δὲ φείδεαι (ή φίλος) γεωργῶν,
ἀπὸ μηδενός τι βλάπτων·

σὺ δὲ τίμιος βροτοῖσι
θέρεος γλυκὺς προφήτης.
φιλέουσι μέν σε Μοῦσαι,
φιλέει δὲ Φοῖβος αὐτός,
λιγυρὴν δ᾽ ἔδωκεν οἴμην·
  
τὸ δὲ γῆρας οὔ σε τείρει.
σοφέ, γηγενής, φίλυμνε,
ἀπαθής, ἀναιμόσαρκε·
σχεδὸν εἶ θεοῖς ὅμοιος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τζίτζικα ευτυχισμένε 
να 'χαμε τη χάρη σου
πάνω στων δέντρων τα κλαδιά 
έχοντας πιει λίγη δροσιά
τραγουδάς σαν βασιλιάς.

Άφου όλα ειν' δικά σου, 
όσα βλέπεις στους αγρούς, 
όσα τρέφουν τα δάση.

Σ' αγαπούν οι γεωργοί, 
κανένα δε βλάπτεις
σε τιμούν οι θνητοί, 
του καλοκαιριού προφήτη.

Σ' αγαπάνε οι Μούσες, 
σ' αγαπά κι ο Απόλλων
σου δωκε φωνή καμπάνα, 
γηρατειά δε σε αγγίζουν.

Σοφέ, γεννημένε στη γη, 
τραγουδιάρη δίχως πάθη 
και αίμα στη σάρκα
είσ' ένας μικρός θεός!

     

Γ. Πολυμενάκος - "Αποχαιρετισμός" - Αφιερωμένο στον Έλτωνα


Αφιερωμένο στον Έλτωνα
Το έγραψα όταν ήμουν 17-18 ετών. Μου το θύμισε το ποίημα του Έλτωνα "Φόβος"
 
Γιώργος Πολυμενάκος
.............

Α Π Ο Χ Α Ι Ρ Ε Τ Ι Σ Μ Ο Σ

 
Η πιο δύσκολη στιγμή σ' ένα ταξίδι
είναι ο αποχαιρετισμός.

Η στιγμή που πρέπει να αποκοπείς.
Που πρέπει ν΄ αφήσεις κάτι
ή όλα πίσω σου.

Δεν γίνεται όμως να φύγεις
χωρίς να πεις αντίο.

Γιατί αν κάνεις κάτι τέτοιο
θα νοιώθεις άβολα μέσα στο βαγόνι
- παραδείγματος χάριν -
θα νοιώθεις ένα ελαφρύ
σφίξιμο στο στομάχι

μέχρις ότου κατεβείς
στον πρώτο σταθμό
και επιστρέψεις..


Γιώργος Πολυμενάκος


Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Έλτων - " Φ ό β ο ς "



Κάνεις το πρώτο βήμα και κοιτάς πίσω να δεις τι άφησες στο διάβα σου. 
Το μη γενόμενο σε κυριεύει.
Τρωτός απ᾽τις μεγάλες σου αυταπάτες, χαμένες είναι οι μεγάλες σου στιγμές.

Σε μια πλατφόρμα πέρασαν τόσα και τόσα τραίνα από μπροστά σου.
Παραπάτησες για να εισέλθεις στο τελευταίο βαγόνι της τελευταίας γραμμής.
Αφημένος σε έναν προορισμό που δεν διάλεξες, ζαλίζεσαι στα τούνελ της αμάθειας.
Κι ελπίζεις να σε σπρώξουν έξω σε όποια επόμενη στάση.

Επίλεκτος της μοίρας τάχα, απέφυγες τον πόνο της απόλαυσης, τον κόπο της αποχώρησης.
Όταν σε προκάλεσαν, οργίστηκες, όταν σε λησμόνησαν, αιφνιδιάστηκες.
Σίγουρος για τα πάντα, ακινητοποίησες τον κόσμο γύρω σου. 
Ο χρόνος έγινε χώρος.

Έκλεισες μέσα σου όλα τα θεάματα. 
Η μόνη διέξοδος του φόβου, η κραυγή σου.
Νομίζεις ότι επειδή αγωνιάς, αγωνίζεσαι. 
Λαχανιασμένος, το μόνο που μπορείς να αρθρώσεις είναι ψίθυροι.
Όταν φοβάσαι να χάσεις, δε θα νικήσεις ποτέ. 

 

Στοκχόλμη, 26 Αυγούστου 2012, Έλτων


Αλεξάνδρα Θεοχάρη - " Έ π ο ς "


             
Ενός λεπτού σιγή..κουράστηκα..

ηχούν φωνές θανάτου τα μεσάνυχτα -
βουβές καμπάνες που θειαφίζουν την ψυχή..

Και οι φιγούρες επαναλαμβάνονται..
προκλητικά..
τραγικά σιωπηλές
σαν το χθες το δίχως αύριο..

Τελευταία σελίδα του βιβλίου
με ψίθυρους και μυστικά..
μέρες και νύχτες
χωρίς αινίγματα
δίχως αναπάντητα ερωτήματα πια..

Στο τέρμα της γραμμής
απλά μ' ένα γεια
η καρικατούρα ακόμα μειδιά..

ενός αιώνα σιγή - κουράστηκα..


Γιώργος Πολυμενάκος - " Παράπονο "




Σαν σε ομίχλη βλέπω
να σε παίρνουν μακριά μου
Στο δάσος του θανάτου
τραγουδούν χίλια πουλιά

Ρωτώ για το χαμένο
αστέρι της γενιάς μου
μα της σιωπής τα ξωτικά
σου παίρνουν τη μιλιά

Όταν στα ζάρια παίζουν
το κορμί σου μισθοφόροι
 αγάπης λόγια τραγουδάει
μόνο ο ποιητής

κι όταν το δάκρυ σου πουλάν
οι άσπλαχνοι εμπόροι
εκείνος πρώτος τ' αγοράζει
για να λυτρωθείς

Νύχτα και μέρα κλέβουν
τη μορφή σου απ' τη ματιά μου
και μοναχά στη στέρνα
των ματιών σου ξεδιψώ

Μήτε σταλιά νερό στη γη
που απλώνεται μπροστά μου
Μονάχος μένω κι η φωνή σου
σβήνει σαν ηχώ


Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Lucio Battisti - I Giardini di Marzo




Lucio Battisti - I Giardini di Marzo (Οι κήποι του Μάρτη)
με ελληνικούς υπότιτλους από τον Αντώνη Τσώλη

Γιώργος Πολυμενάκος - Ζοζέ Σαραμάγκου




Ο Αυτοσχεδιαστής Κεραμοποιός

 

 ... Ξεκίνησε λοιπόν να φτιάξει από πηλό μια ανθρώπινη φιγούρα, αντρική ή γυναικεία είναι ανούσια λεπτομέρεια, την έβαλε στο φούρνο και άναψε την απαραίτητη φωτιά.

Όταν πέρασε η ώρα που έκρινε αρκετή, την έβγαλε από κει, και, ω Θεέ μου, πήγε η ψυχή του στα πόδια.

Η φιγούρα του είχε βγει μαύρη, κατάμαυρη, καμιά σχέση με αυτό που είχε κατά νου για το πώς θα ’πρεπε να είναι ο άνθρωπός του.

Ωστόσο, ίσως επειδή βρισκόταν ακόμα στην αρχή της δράσης του, δεν του έκανε καρδιά να καταστρέψει το ελαττωματικό προϊόν της αδεξιότητάς του. Της έδωσε ζωή, μ’ ένα τίναγμα στο κεφάλι ας υποθέσουμε, και την έδιωξε.

Έπλασε μια καινούρια φιγούρα, την έβαλε στο φούρνο, τούτη τη φορά όμως είχε την προνοητικότητα να είναι προσεκτικός με τη φωτιά. Το κατάφερε βέβαια, υπερβολικά όμως, αφού η φιγούρα εμφανίστηκε ολόλευκη, πιο λευκή απ’ όλα τα λευκά. Δεν ήταν αυτό που ήθελε ούτε τούτη τη φορά. Ωστόσο, παρά το νέο θαλάσσωμα, δεν έχασε την υπομονή του, θα πρέπει μάλιστα να σκέφτηκε με επιείκεια, Το καημένο, δεν φταίει αυτό, τελικά έδωσε και σε τούτο ζωή και το έστειλε στο καλό.

Στον κόσμο υπήρχε λοιπόν ένας μαύρος κι ένας λευκός, αλλά ο αδέξιος δημιουργός δεν είχε ακόμα πετύχει το δημιούργημα των ονείρων του. Ανασκουμπώθηκε για μια ακόμα φορά, άλλη μια ανθρώπινη φιγούρα έλαβε θέση στο φούρνο, το πρόβλημα, έστω κι αν υπήρχε ακόμα το πυρόμετρο, θα έπρεπε να λύνεται πιο εύκολα από εκεί και ύστερα, δηλαδή το μυστικό ήταν να μη ζεστάνει τo φούρνο ούτε πολύ ούτε λίγο, και μιας κι ήταν η τρίτη φορά, θα έπρεπε να είναι και η χαριστική.

Δεν ήταν.

Βέβαια η καινούρια φιγούρα δεν βγήκε μαύρη, δεν βγήκε βέβαια λευκή, όμως, αχ ουρανοί, βγήκε κίτρινη. Αν ήταν άλλος ίσως να είχε παραιτηθεί, θα είχε σκαρώσει βιαστικά ένα διαλυτικό για να τελειώνει με το μαύρο και το λευκό, θα είχε σπάσει το λαιμό του κίτρινου, πράγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό συμπέρασμα της σκέψης που πέρασε απ’ το νου του με τη μορφή ερώτησης, Αν εγώ ο ίδιος δεν μπορώ να φτιάξω ένα σωστό άνθρωπο, πώς θα μπορέσω αργότερα να του ζητήσω λογαριασμό για τα λάθη του;

Για μερικές μέρες ο αυτοσχεδιαστής κεραμοποιός μας δεν είχε το κουράγιο να  μπει στο εργαστήριό του, κατόπιν όμως, όπως συνηθίζεται να λέγεται, το σαράκι της δημιουργίας άρχισε να τον τρώει και μετά από λίγες ώρες μια τέταρτη φιγούρα είχε πλαστεί κι ήταν έτοιμη να μπει στο φούρνο.

Αν υποθέσουμε πως υπήρχε τότε πάνω από αυτόν το δημιουργό ένας άλλος δημιουργός, είναι πολύ πιθανόν από τον μικρότερο προς τον μεγαλύτερο να είχε υψωθεί μια παράκληση, μια προσευχή, μια ικεσία, ή κάτι ανάλογο που έλεγε περίπου το εξής,

Μη μ’ αφήσεις να βγω σκάρτος.

Τελικά, με χέρια γεμάτα αγωνία, τοποθέτησε τη φιγούρα στο φούρνο, κατόπιν διάλεξε με σχολαστικότητα και ζύγισε την ποσότητα των ξύλων που του φάνηκαν κατάλληλα, αφαίρεσε τα χλωρά από τα πολύ ξερά, έβγαλε άλλο ένα που καιγόταν άσχημα και άχαρα, πρόσθεσε άλλο ένα που έδινε μια φλόγα χαρούμενη, υπολόγισε κατά προσέγγιση το χρόνο και την ένταση της φωτιάς και επαναλαμβάνοντας την έκκληση, Μη μ’ αφήσεις να βγω σκάρτος, έφερε το σπίρτο κοντά στα ξύλα.

Εμείς, οι σημερινοί άνθρωποι, που έχουμε περάσει από τέτοιες καταστάσεις αγωνίας, κάποιο δύσκολο διαγώνισμα, κάποιο ραντεβού που μας έστησαν, κάποια φορά που περιμέναμε το παιδί μας, μια δουλειά που μας αρνήθηκαν, μπορούμε να φανταστούμε πόσο υπέφερε αυτός ο δημιουργός όσο περίμενε το αποτέλεσμα της τέταρτης απόπειρας, τον ιδρώτα του που θα πάγωνε αν δεν ήταν τόσο κοντά στο φούρνο, τα νύχια του φαγωμένα από τη ρίζα, κάθε λεπτό που περνούσε έπαιρνε μαζί του δέκα χρόνια απ’ τη ζωή του, για πρώτη φορά στις διαφορετικές ιστορίες δημιουργίας του σύμπαντος ο ίδιος ο δημιουργός ήταν αυτός που γνώρισε τα βάσανα που μας περιμένουν στην αιώνια ζωή επειδή είναι αιώνια, όχι επειδή είναι ζωή.

Άξιζε όμως τον κόπο. Όταν ο δημιουργός μας άνοιξε την πόρτα του φούρνου και είδε αυτό που βρισκόταν μέσα, έπεσε στα γόνατα εκστασιασμένος.

Αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν πλέον ούτε μαύρος, ούτε λευκός, ούτε κίτρινος, ήταν, βεβαίως, κόκκινος, κόκκινος σαν την κόκκινη αυγή και τον πουνέντε, κόκκινος σαν τη φλογερή λάβα των ηφαιστείων, κόκκινος σαν τη φωτιά που τον έκανε κόκκινο, κόκκινος σαν το ίδιο του το αίμα ...

                                               Ζοζέ Σαραμάγκου, Η Σπηλιά, Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 221-222.



http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%96%CE%BF%CE%B6%CE%AD_%CE%A3%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%85
......................................................................................................................................................................

 ..το αλληγορικό στοιχείο απαραίτητο συστατικό της γραφής του Σαραμάγκου..
γραφή που επιβάλλεται, καθιερώνοντας ένα νέο είδος, όπως αναφέρουν και οι αναλυτές του έργου του :

" Το πειραματικό στυλ του Σαραμάγκου συχνά χαρακτηρίζεται από μακριές προτάσεις,
κατά περιπτώσεις περισσότερο από μια σελίδα σε μάκρος.
Χρησιμοποιεί περιόδους.
Πολλές από τις παραγράφους του εκτείνονται για σελίδες χωρίς παύση για διάλογο,
τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει να μην οροθετεί με εισαγωγικά.
Όταν ο ομιλητής αλλάζει, ο Σαραμάγκου σηματοδοτεί αυτή την αλλαγή
αρχίζοντας με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα της πρώτης λέξης που αναφέρει ο νέος ομιλητής"..

...............

 ..αυτό το νέο είδος γραφής το συνάντησα πρώτη φορά σαν αναγνώστρια
στο "Το φθινόπωρο του Πατριάρχη" - 1975 του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες..
..με μακριές φράσεις όλο παρακλάδια, χωρίς παύσεις - σχεδόν ανύπαρκτα σημεία στίξης για σελίδες ολόκληρες
καθώς και με αλλαγές στο χρόνο αφήγησης
που, όμως, όπως επισημαίνει η επίσημη μεταφράστριά του Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας

 "αυτό συμβαίνει  χωρίς να διακόπτεται ο ειρμός του κειμένου
και συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης"..


..αυτά είναι ελάχιστα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους Μεγάλους Λογετέχνες..
χειρίζονται τις ιδέες και το λόγο με την άνεση της αναπνοής..


*************


Ευχαριστούμε τον Γιώργο Πολυμενάκο γι' αυτήν την πολύ σημαντική παρουσία του στο blog..

*************


barboutsala - " Ον δη ροκς "

 
..έχει κατηγορηθεί για φτηνό, γυμνασιακό χιούμορ..
έχει εισπράξει απίστευτες ύβρεις λόγω των αποκαθηλωτικών - "δε μασάω τα λόγια μου" σχολίων του..
έχει αποποιηθεί και αποκηρύξει τη σοβαροφάνεια ενώ με το ιδιαίτερο χιούμορ και τους συμβολισμούς του
 λέει τα πιο σοβαρά πράγματα..
"πέφτουν" γερά στοιχήματα ανάμεσα στα μέλη του stixoi.info για την ταυτότητα, το φύλο 
και την πόλη από την οποία "εκπέμπει"..

στα ίχνη του Amsterdemon - πρώτου διδάξαντος του είδους..

ο  "φυτρώσαμε απ' τ' αυγό μας"  ή αλλιώς γνωστός ως " barboutsala "..
[εγώ θα τον λέω  panteleimona (παντελεήμονα - ο τους πάντες και πάντα ελεεί), για να συνεννοούμαστε]..

......................................................................


Ον δη ροκς

     

Το βουνό ξύπνησε νωρίς
Πήρε δυο σύννεφα κι άρχισε να ξεσκονίζει

Έψαξε μετά στη ντουλάπα να βρει κάτι να φορέσει
Πάλι πάχυνα, μονολόγησε
Τίποτα δε μου κάνει
Χτένισε τα λιγοστά δεντράκια του

Έκανε και χωρίστρα στ’ αριστερά
Και περίμενε
Έβαλε ένα ποτό να χαλαρώσει

Ον δη ροκς φυσικά
Και περίμενε
Πέρασε κάμποση ώρα
Το ποτό τέλειωσε
Οι πέτρες παρέμειναν πέτρες
Και το βουνό, βουνό
Όταν άκουσε φωνές δεν πρόλαβε να χαμογελάσει
Κάτι αρματωμένα σχολιαρόπαιδα τριγυρίζαν στο κεφάλι του
Φαγούρα
Προφήτης ουδείς και πουθενά


        

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Μάνος Πάνου - " Α π α ξ ί ω σ η "




Ήσυχα, απλά και ήρεμα
Γύρισε και μου είπε
Ότι ήμουν ηθικός στην ζωή μου
Από φόβο μπρος στην εξουσία

Κι εγώ που έφερα την ζωή μου ως εδώ,
έχοντας ένα, δικής μου έμπνευσης, σύστημα αξιών
Κι εγώ που ξέρω
Κι εγώ που υπέφερα μόνος μου
ακροβατώντας ανάμεσα σε πολλούς άγνωστους κόσμους
και φοβίες


Τώρα που τελείωσε η παράσταση
Όχι μόνο ούτε ένα χειροκρότημα
Αλλά και μια απόλυτη σιωπή

Η πλήρης απαξίωση του ερασιτέχνη ακροβάτη

Να τι εισπράττω

Καθώς αποσύρομαι στο παρασκήνιο
Και στον εαυτό μου
Να συνεχίσω τις πρόβες

Χριστίνα Γεραλή - " Υ π ε ρ β α τ ι κ ά "



Για κάθε μια γενιά
κι ένας σταυρός
που δεν αίρει καμμιά αμαρτία

Κι εμείς, με θαυμαστή τόλμη
ψηλαφίσαμε τρομερές αναρριχήσεις
σε αναμέτρηση με το κενό
που από νωρίς,τη Μία αχτίδα γυρεύοντας
μας πλεύρισαν τα ερέβη

Καρδιά αποκομμένη - πνεύμα αποκομμένο
Λεπτές ανάσες ενταφιάστηκαν σε ληκύθους

Αξιέραστα πρωϊνά θυσιάστηκαν
σε εξιχνιάσεις εγκλήσεων

Σε πολύπτυχες λέξεις
αποσιωπήθηκαν αινίγματα
για ανατρεπτικούς ανατόμους


Φίλε μου, πού να σε κρύψω - ίαμα και φως
Σε ποια νηφάλια εκδίκηση , τ' αδύνατα να γίνουν δυνατά
Σε ποια αψίδα και σε ποια κατάνυξη να συναντηθούμε
Σε ποιο καταφύγιο να διασώσουμε τα χαμένα και τα ποθητά

...Είναι αδύνατο να συναγωνιστώ μία νεκρή...

Γιώργος Πολυμενάκος - " Αργά, πολύ αργά τη νύχτα "



Αργά, πολύ αργά τη νύχτα,
οι δρόμοι επιτέλους αδειάζουν.
Απομένουν μονάχα
οι μεθυσμένοι οδηγοί
και τα γνώριμα ερπετά,
κάτω από τα φεγγάρια
του δημοτικού φωτισμού..
τότε
διαλέγουμε
την κατάλληλη στιγμή,
ανάμεσα στα περάσματα
των περιπόλων
και κάνουμε την εμφάνιση μας,

πάνοπλοι :

ανεμίζοντας
τα αυτόματα των κραυγών,

απασφαλίζοντας
τα περίστροφα της γιορτής,

κραδαίνοντας
τα σπαθιά της αυπνίας.

Απολαμβάνοντας
τη μικρή χαρά,
ότι, αν μη τι άλλο,
διαταράξαμε
την κοινή ησυχία…

Αλεξάνδρα Θεοχάρη - " Οι κωδικοί μου "



(  Για όλους τους βαθιά κρυμμένους κωδικούς...και τα μυστικά που κρατούν επτασφράγιστα...)
    

Οι κωδικοί μου δεν σπαν..ρωμαλέοι
η καρδιά μου μπορεί..με αρετή
τα γόνατα εύψυχα..δε λυγίζουν
η αντοχή μου εκεί..με αλκή

Όμως..Τα ρόδα αγκαλιάσαμε
τα σ' αγαπώ μακάβρια
αγγέλους κατεβάσαμε
και στις ψυχές αγκάθια.

Κάναμε πόλεμο γλυκό
γι' αυτήν την προβολή μας
μα έχουμε αλίμονο
το Εγώ για δύναμή μας

Πολλά βιβλία ανοίξαμε
μπερδέψαμε τις λέξεις
στα σύννεφα πετάξαμε
μα τη ζωή μας παίζεις

Με χάντρες τα οπλίσαμε
τα Δεν σου και τα Ύστερα
που την καρδιά σκορπίσανε
στου πόθου τα εφήμερα..

Aνδρέας Ζερμπίνος - " Λ ί γ ο " (Καημός)




Αγάπη μυστική στην πόλη
κανείς δεν ξέρει κι είναι όλοι
συμμέτοχοι σ' ό,τι συμβαίνει
κι ο πυρετός μου ανεβαίνει.
Εσύ ξεχνάς πως έχεις σπίτι
κι εμένα φώναξαν "αλήτη",
δεν έχω ενοχές νομίζω
γι αυτό την πλάτη τους γυρίζω.

Τα ψίχουλα που μου προσφέρεις
όταν θα φύγεις να το ξέρεις
θα τα μαζέψω ένα-ένα
πως ήσουνα μαζί μου "ξέχνα'.

Αγάπη μυστική, Αθήνα,
τώρα που νύχτωσε ξεκίνα
τα φώτα Πειραιώς σημεία
εγώ με σένανε χημεία.
Ξεχνάς το σπίτι σου και τρέχεις
φωνάζεις: 'λίγο, πώς τ' αντέχεις;"
Εγώ το λίγο ευλαβούμαι
και μην αργήσεις να τη βρούμε.

Πελαγία Σ. Κουκίδου - " Σ υ σ τ ά σ ε ι ς "

    



το χέρι που αγάπησα
το χέρι που έκλεισα στο δικό μου
το χέρι που έσφιξα
το χέρι που φίλησα

αυτό το λατρεμένο χέρι

με χτύπησε

όχι να με πονέσει
απλά να συστηθεί ...

Γιάννης Στεργιόπουλος - " Το σιωπηλό πάρκο "



Κλάδευε ο θεός τα δένδρα
με μια άπιαστη αχτίδα,
μες το πάρκο μόνος περπατάει.
Μια δισταχτική αχτίδα
που το φως τη λευτερώνει,
μ' έξαλλη συμπάθεια πελεκάει.

Μ' ικανοποιημένη τρυφερότητα,
ξάπλωνε απαλά τους σκούρους
τους κορμούς στον ουρανό.
Μες το σιωπηλό το πάρκο,
μπρος την κεντρική εξέδρα
βιαστικά στο στόμα με φιλάει,
το τρεμουλιαστό του το περίγραμμα
φώτισε το δανεικό μου χαμόγελο.

Τραβώ επιτήδεια
κοντά μου το φως του,
θεατρικός χαριεντισμός,
ξέρω θα γυρνάω μοναχός.

Εστησε ο καιρός ενέδρα
σε πορείες ξεφτισμένες,
ο ανελέητος καθρέφτης σπάει.
Κι ο ουράνιος διαβάτης
στη μισάνοιχτη την πόρτα,
στέκει και γλυκά με χαιρετάει.

Οι δικαιολογίες για τα πάθη μου
σαν λεκές παλιάς εικόνας
που έσβησε το πρόσωπο.

Στήλη επιτύμβια
χαϊδεύει το φως του,
ιδανικός ο στολισμός.
Δεύτε τελευταίος ασπασμός.

   

Γιώργος Δημακάκος - " Μια χούφτα μαύρη γύρη "



Είδα τον ήλιο μες στο χθες, μπροστά μου μόνο νύχτα
Μην μου δανείσεις ενοχές, από παιδί τις βρήκα

Είμαι μικρός για να με δεις, μεγάλος να με νοιώσεις
Μέσα μου κρύβω θάλασσες, θα φύγω πριν με σώσεις

Βάλε να πιω λευκό κρασί, τον πόνο μου ν’ αγιάσεις
Δεν σ΄ έχω δει ποτέ να κλαις και ξέχασες ν΄αλλάξεις

Μ’ έκανες κι έμεινα πιστός, σαν την ψυχή που λαχταράει να σωθεί
Και συ για πάντα ένας θεός, που απ’ τα λάθη μου μαθαίνει κι επιζεί

Πως να γυρέψω λίγο φως, όταν το βλέμμα μου ραγίζει στη σιωπή;
Μέσα στο τίποτα κενός κι είναι ο θάνατος ελπίδα και γιορτή

Μαζί γυροβολήσαμε στου κόσμου το σεργιάνι
Εσύ έμοιαζες άφθαρτος κι εγώ φθηνό σκαρί
Το όνομά μου βάπτισες στης θάλασσας το λάδι
για να θυμούνται κάποτε το σκυθρωπό παιδί

Μα’ ρθε ο βοριάς και χόρεψε σ’ αυτό το πανηγύρι
Σ’ αγκάλιασε, σε φίλησε και δάκρυσε κι αυτός
Σ’αυτό που ήσουν πάντοτε, μια χούφτα μαύρη γύρη
σε σκόρπισε μιαν άνοιξη στης λήθης τον βυθό....

Παναγιώτης Θ. Τουμάσης - " Όταν ξανάρθουνε τα ποιήματα "



Όταν ξανάρθουνε τα ποιήματα,   
θα τα δεχτώ καθώς τούς πρέπει,
σαν ακουστούν απέξω βήματα,
τους έχω, και τροφή, και σκέπη.

Θα μπούνε μέσα στο σαλόνι μου,
λίγο μετά που θα ’χεις φύγει
λέγοντας πως, «θα ζήσω μόνη μου»,
σάμπως αυτό για σε να επείγει.

Τίγκα οι βαλίτσες τους κι οι σάκοι τους,
θα ’ναι με στίχους απ’ τα ξένα
και θα κοιτώ σαν τους κατάκοιτους,
να τους αδειάζουν έναν-ένα.

Και να τους βάζουν στο ντουλάπι μου,
κει που ’ταν τα δικά σου ρούχα,
πόσο θα θύμωνες, αγάπη μου,
μ’ όλον τον έρωτα που σού ’χα.

«Ποτέ τους δε μάς δώσαν χρήματα»,
λες κάθε μέρα μετά λύπης,
όταν ξανάρθουνε τα ποιήματα,
θα ’ναι καλύτερα να λείπεις.

Βασίλης Μάρκου - " Υπόγεια ύδατα "



Καινούργια νερά
στους υπονόμους της νύχτας.
Σηκώνουν μεγάλο κύμα.
Πλένουν πολλοί,
απόψε,
τα χέρια τους
και οι στραγγαλισμοί
ταξιδεύουν στα τυφλά,
ακούγοντας
και το παραμικρό όνειρο
να κοχλάζει
στο "...αν γινόταν αλλιώς",
χωρίς να μπορούν
ν' ανοίξουν μιά τρύπα
στη μαύρη οθόνη των πεπραγμένων.

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Duolinguo.com


..Ευχαριστώ θερμά τον Alex που μου το έστειλε..





Βασιλης Σπανογιαννης - " Τώρα "

..γραπτό που δεν φείδεται ειλικρίνειας και σκληρότητας.. 
..............
..ο Σαντ αρνείται να είναι ο πλησίον μου
γιατί δεν ήταν αρκετά κοντά στην ίδια του την κακία για να συναντήσει εκεί τον πλησίον του..

Ζακ Λακάν
..................

Τώρα



Τώρα κατάλαβα πως είμαι κακός
- κινηματογράφος γκρανγκινιολικός
Τρέξαν μυαλά απ' τα νεφρά
- ούρα τεφρά

Νοήθηκα τη μάνα μου να πνίξω
- την πράξη μου να φρίξω
Σε λόγια εσώτερα πιστός
- καρδιά και χέρια ο ιστός

Τώρα ο άνεμος φυσά
Τώρα ο άλλος μου λυσσά
Τώρα ζωή χωρίς μισά



Βασίλης Σπανογιάννης