Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Γιώργος Πολυμενάκος - Σαρλ Μπωντλαίρ - Άλμπατρος


Η απόδοση στα ελληνικά του ποιήματος του Μπωντλαίρ
είναι, κατά τη γνώμη μου, εκπληκτικής ομορφιάς:


Σαρλ Μπωντλαιρ - Άλμπατρος
(Απόδοση στα ελληνικά: Αλέξανδρος Μπάρας)

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί,
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
 αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τα κουρασμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
 να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πώς κείτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός
τ' ωραίο πουλί, τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει
ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
   κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο, ο Ποιητής, τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μεσ' στα γιγάντια του φτερά, χάνει τα βήματά του.

----------------------------------------------------------------------------
Παραθέτω το ποίημα στα γαλλικά για σύγκριση
(για όσους γνωρίζουν):

L’ Albatros

Charles Baudelaire

Souvent, pour s’amuser, les hommes d’équipage
Prennent des albatros, vastes oiseaux des mers,
Qui suivent, indolents compagnons de voyage,
Le navire glissant sur les gouffres amers.

A peine les ont-ils déposés sur les planches,
Que ces rois de l’azur, maladroits et honteux,
Laissent piteusement leurs grandes ailes blanches
Comme des avirons traîner à côté d’eux.

Ce voyageur ailé, comme il est gauche et veule!
Lui, naguère si beau, qu’il est comique et laid!
L’un agace son bec avec un brûle-gueule,
L’autre mime, en boitant, l’infirme qui volait!

Le Poète est semblable au prince des nuées
Qui hante la tempête et se rit de l’archer;
Exilé sur le sol au milieu des huées,
Ses ailes de géant l’empêchent de marcher.

From Les Fleurs du Mal | 1861

-------------------------------------------------------------------------------

και στα αγγλικά (πάλι για σύγκριση)

- Υπ' όψιν ότι είναι η πλέον "λογοτεχνική" απόδοση
  που βρήκα στο διαδίκτυο -

The Albatross

Sometimes, to entertain themselves, the men of the crew
Lure upon deck an unlucky albatross, one of those vast
Birds of the sea that follow unwearied the voyage through,
Flying in slow and elegant circles above the mast.

No sooner have they disentangled him from their nets
Than this aerial colossus, shorn of his pride,
Goes hobbling pitiably across the planks and lets
His great wings hang like heavy, useless oars at his side.

How droll is the poor floundering creature, how limp and weak —
He, but a moment past so lordly, flying in state!
They tease him: One of them tries to stick a pipe in his beak;
Another mimics with laughter his odd lurching gait.

The Poet is like that wild inheritor of the cloud,
A rider of storms, above the range of arrows and slings;
Exiled on earth, at bay amid the jeering crowd,
He cannot walk for his unmanageable wings.

— George Dillon, Flowers of Evil (NY: Harper and Brothers, 1936)

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Βιογραφικά στοιχεία για τον Αλέξανδρο Μπάρα:

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Δείγματα προσωπικής γραφής:

Μοναξιά
Αλέξανδρος Μπάρας

 
 
Είναι το πυκνό συλλαλητήριο
που οργανώνει μόνος, ένας μόνος,
κάπου ένα μαχαίρι είναι που βρέθηκε
δίχως ν' ακουστεί κανένας φόνος. 

Όπλου είναι βολή χωρίς αντήχηση
στη μεγάλην άμμο μιας Σαχάρας,
πάνω μια χλωμή λειψή πανσέληνος
λιώνει σαν κεράκι της δεκάρας... 

Είναι μια σημαία που ξεχάστηκε
 στον ιστό μετά τη δύση του ηλίου,
ξέθωρο ένα ράκος που φυλάχτηκε
   από εσθήτα περασμένου μεγαλείου. 

΄Ερημος σταθμός το μεσονύχτιο
 υπογείων αστικών σιδηροδρόμων,
 πέτρες φορτωμένον είναι φέρετρο
  που το πάνε τέσσερις στον ώμον. 

Βάρκα είναι στο πέλαγο τ' απέραντο
μ' ένα σκελετό για κωπηλάτη
που ήλιος κατακόρυφος τον στέγνωσε
    και τον λεύκανε της θάλασσας τ' αλάτι.  


Είναι το πουλί που μόνο ξώμεινε
μίλια απ' το κυρίαρχο κοπάδι,
πίσω του το φως της μέρας, σβήνεται
και μπροστά του, πήζει το σκοτάδι...



Στίχοι: Αλέξανδρος Μπάρας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Θάνος Μικρούτσικος

ΑΠΟ ΤΟ CD 'Ο ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΘΑΝΟ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟ' -1998

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 
 ΝΑΥΣΤΑΘΜΟΥ ΛΥΠΕΣ  
Αλέξανδρος Μπάρας


  Παμπάλαιο κι ερείπιο ένα πλοίο  
είδα άθλια γερμένο σ’ένα πλάϊ,  
με τα πλευρά του που η σκουριά πια τά’χει φάει,
με το τιμόνι του έξω απ’τα νερά,

 σπασμένο,
δαγκωμένο
  απ’ άγνωστο της θάλασσας θηρίο.  

   Τέτοιο τρισάθλιο κι ερείπιο ένα πλοίο…  

Κι όμως –ποιός θα το πίστευε;- 
απ’το γυρτό φουγάρο του φαινόταν
μια υποψία καπνού ν’ αργανεβαίνει
 αδύναμη ψηλά και να σκορπιέται…


(Είχε το ερείπιο μες στα σπλάχνα του κρυμμένη  
μιά τελευταία σπίθα,κι ίσως ίσως
μελλοντικά ταξίδια ονειρευόταν,
ίσως με τέτοια ελπίδα αποκοιμόταν
τα βράδια μες στην πλήξη του ναυστάθμου…)

 Το κοίταζα.Κι ο νους μου άθελα πήγε
   σε κάτι ομοιοκατάντητους ανθρώπους
      που έτσι η ζωή σιγά σιγά τους τρώει…  

         Κι οι παραλληλισμοί, μου ήρθαν αθρόοι.  


(Συνθέσεις, Βιβλίο δεύτερο, 1938 – Άθροισμα, 1933 Ποίηση 1983, Εκδόσεις Κέδρος)
  ------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 
H «Kλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κ’ η «Θεοδώρα»
Αλέξανδρος Μπάρας

 
Ένα κάθε βδομάδα,
στην ορισμένη μέρα,
πάντα στην ίδιαν ώρα,
τρία βαπόρια ωραία,
η «Kλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κ’ η «Θεοδώρα»,
ανοίγουνται απ’ την προκυμαία
στις εννέα,
πάντα για τον Περαία,
το Mπρίντιζι και το Tριέστι,
πάντα. 

 
Xωρίς μανούβρες κ’ ελιγμούς
και δισταγμούς
κι’ ανώφελα σφυρίγματα,
στρέφουνε στ’ ανοιχτά την πρώρα,
η «Kλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κ’ η «Θεοδώρα»,
σαν κάποιοι καλοαναθρεμμένοι
που φεύγουν από ένα σαλόνι
χωρίς ανούσιες χειραψίες
και περιττές. 

 
Aνοίγουνται απ’ την προκυμαία
στις εννέα,
πάντα για τον Περαία,
το Mπρίντιζι και το Tριέστι,
πάντα –και με το κρύο και με τη ζέστη. 

 
Πάνε
να μουντζουρώσουν τα γαλάζια
του Aιγαίου και της Mεσογείου
με τους καπνούς των.
Πάνε για να σκορπίσουνε τοπάζια
τα φώτα τους μέσ’ στα νερά
τη νύχτα. 

Πάνε
πάντα μ’ ανθρώπους και μπαγκάζια… 

 
H «Kλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κ’ η «Θεοδώρα»,
χρόνια τώρα,
κάνουν τον ίδιο δρόμο,
φτάνουν την ίδια μέρα,
φεύγουν στην ίδιαν ώρα. 

 
Mοιάζουν υπάλληλοι γραφείων
που γίνανε χρονόμετρα,
που η πόρτα της δουλειάς,
αν δεν τους δει μια μέρα να περάσουν
από κάτω της,
μπορεί να πέσει. 

 
(Όταν ο δρόμος είναι πάντα ίδιος
τι τάχα αν είναι σε μια ολόκληρη Mεσόγειο
ή απ’ το σπίτι σ’ άλλη συνοικία;)
H «Kλεοπάτρα», η «Σεμίραμις» κ’ η «Θεοδώρα»
είναι καιρός και χρόνια πάνε τώρα
του βαρεμού που ενοιώσαν την τυράννια,
να περπατούν πάντα στον ίδιο δρόμο,
να δένουνε πάντα στα ίδια λιμάνια. 

 
Aν ήμουν εγώ πλοίαρχος,
ναι –si j’étais roi!–
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος
στην «Kλεοπάτρα», τη «Σεμίραμη», τη «Θεοδώρα»,
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος
με τέσσερα χρυσά γαλόνια
κι αν μ’ άφηναν στην ίδια αυτή γραμμή
τόσα χρόνια,
μια νύχτα σεληνόφεγγη,
στη μέση του πελάγου,
θ’ ανέβαινα στο τέταρτο κατάστρωμα
κι ενώ θ’ ακούγουνταν η μουσική
που θα’ παιζε στης πρώτης θέσης τα σαλόνια,
με τη μεγάλη μου στολή,
με τα χρυσά μου τα γαλόνια
και τα χρυσά μου τα παράσημα,
θα’ γραφα μιαν αρμονικότατη καμπύλη
από το τέταρτο κατάστρωμα
μέσ’ στα νερά,
έτσι με τα χρυσά μου,
σαν αστήρ διάττων

Σαν σήμερα το 1837: Ιδρύεται η Σχολή Καλών Τεχνών των Αθηνών (Σχολείο των Τεχνών)



Έμβλημα της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών






.................

Γιάννης Μόραλης (Άρτα, 23 Απριλίου, 1916 – Αθήνα, 20 Δεκεμβρίου 2009)


 .................

Νίκος Νικολάου (Ύδρα, 1909–Αθήνα, 27 Ιουλίου 1986)


...............

Νικηφόρος Λύτρας (Πύργος Τήνου 1832 – Αθήνα 13 Ιουνίου 1904)


............

Νικόλαος Γύζης 
(Σκλαβοχώρι Τήνου, 1 Μαρτίου 1842–Μόναχο, 22 Δεκεμβρίου 1900
ή 4 Ιανουαρίου 1901 με το νέο ημερολόγιο)


................

Γεώργιος Ιακωβίδης (Χίδηρα Λέσβου, 11 Ιανουαρίου 1853–Αθήνα , 13 Δεκεμβρίου 1932)


................

Simon (Συμεών) Σαββίδης (Πόντος  Mικρασίας 1859 – Αθήνα 1927)


.............

Πολυχρόνης Λεμπέσης (Σαλαμίνα, 1848 – Αθήνα, 1913)


.................

Περικλής Πανταζής (Αθήνα, 13 Μαρτίου 1849 – Βρυξέλλες, 25 Ιανουαρίου 1884)

...................

Κωνσταντίνος Βολανάκης (Ηράκλειο Κρήτης, 1837–Πειραιάς, 29 Ιουνίου 1907)

Ιωάννης Αλταμούρας (Φλωρεντία ή Νεάπολη Ιταλίας, 1852 – Σπέτσες, Μάιος 1878)      

Νικόλαος Λύτρας (Αθήνα 1883–Αθήνα 1927) 

Σπύρος Παπαλουκάς (Δεσφίνα Φωκίδας, 1892–Αθήνα, 3 Ιουνίου 1957) 

Φώτης Κόντογλου  
(πραγματικό όνομα Φώτιος Αποστολέλης: 
Αϊβαλί Μικράς Ασίας, 8 Νοεμβρίου 1895 – Αθήνα, 13 Ιουλίου 1965)

Γιάννης Τσαρούχης (Πειραιάς 13 Ιανουαρίου 1910 - Αθήνα 1989)

Νίκος Εγγονόπουλος (21 Οκτωβρίου 1907 - 31 Οκτωβρίου 1985) 

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (26 Φεβρουαρίου 1906 - 3 Σεπτεμβρίου 1994)

Γιώργος Μπουζιάνης (Αθήνα, 1885 – Αθήνα, 23 Οκτωβρίου 1959)

Γιώργος Γουναρόπουλος 
(Σωζόπολη, Μαύρη Θάλασσα (σημερινή Βουλγαρία), 22 Μαρτίου 1889 – 
Αθήνα, 17 Αυγούστου 1977)

.................
   
Γιάννης Γαΐτης (Αθήνα, 4 Μαρτίου 1923 - 22 Ιουλίου 1984, Αθήνα)

 ................


Γιάννης  Σπυρόπουλος 
(12 Μαρτίου 1912, Πύλος  Μεσσηνίας  - 18 Μαίου 1990, Αθήνα)


.....................

Παναγιώτης Τέτσης (Ύδρα, 1925)

...............
Δημήτρης Μυταράς (Χαλκίδα, Ιούνιος  1934)

 .............

Χρόνης Μπότσογλου (Θεσσαλονίκη, 1941)

................ 

Αλέκος Φασιανός (Αθήνα, 1935)

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BB%CE%AD%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%A6%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82

..................
 
 Κωνσταντίνος Βολανάκης - "Μαζεύοντας τα δίχτυα" 1871




Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Βασίλης Σπανογιάννης - " Τριγμός οδόντων "





Ετοίμαζες μοντέρνο αμάλγαμα
πετούσες την παλιούρα γουταπέρκα
σου ξύλιζα τα πισινά με μία βέργα
κόκκινο, κόκκινο, κόκκινο αντάλλαγμα

Κουρεύω την καρδιά μου για κονκάρδα
ρηχή μα όμορφη φαντάσα αποχαύνωση
στο φόρεμά σου στάμπα θεία άμβλωση
πληγή, πληγή, πληγή η εβδομάδα

Σιγή ρημάδα σε τέτοια απλωσιά
λες κι ετοιμάζεται το Μέγα Μυστικό
Σε αυτό το δράμα προσθέστε αστακό
αλλιώτικα δεν πιάνει χαρτωσιά

.....................

..νομίζω ότι περιγράφεις την πλέον ερωτική εξαγωγή οδόντος, αν έχει ερωτική διάσταση ,
με κατάληξη ένα αφροδισιακό γεύμα - δείπνο (αστακός - για να μη μιζεριάζουμε κιόλας)
ή την πλέον οδυνηρή, αν έχει πολιτική διάσταση (επίσκεψη Μέρκελ π.χ.)..
                                                                            ..ευφυές, όπως πάντα..

Charles Bukowski - " Ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας "



αν δεν ξεχύνεται από μέσα σου
ενάντια σ' όλα τ' άλλα,
μην το κάνεις.
αν δεν έρχεται, χωρίς καν να το' χεις ζητήσει, 

από την καρδιά σου και το μυαλό σου και το στόμα σου και τα σπλάχνα σου,
μην το κάνεις.
αν χρειάζεται να κάτσεις για ώρες
κοιτάζοντας την οθόνη του υπολογιστή σου
ή να καμπουριάζεις πάνω από τη γραφομηχανή σου
ψάχνοντας για τις λέξεις,
μην το κάνεις.
αν το κάνεις   για τα λεφτά ή τη δόξα,
μην το κάνεις.
αν το κάνεις γιατί θέλεις γυναίκες στο κρεβάτι σου,
μην το κάνεις.
αν χρειάζεται να κάθεσαι και να γράφεις ξανά και ξανά τα ίδια,
μην το κάνεις.
αν σου είναι δύσκολο και μόνο να σκέφτεσαι ότι θα το κάνεις,
μην το κάνεις.
αν προσπαθείς να γράψεις σαν κάποιον άλλο,
καλύτερα ξέχνα το.

αν χρειάζεται να περιμένεις μέχρι να ουρλιάξει από μέσα σου,
τότε περίμενε υπομονετικά.
κι αν δεν ουρλιάξει ποτέ από μέσα σου,
κάνε κάτι άλλο.
αν πρέπει πρώτα να το διαβάσεις στη γυναίκα σου
ή στη φιλενάδα ή στο φίλο σου
ή στους γονείς σου ή σε οποιονδήποτε,
τότε δεν είσαι έτοιμος.

μην είσαι σαν τόσους άλλους συγγραφείς,
μην είσαι σαν τόσες άλλες χιλιάδες ανθρώπους 

που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς,
μην είσαι πληκτικός και βαρετός και ξιπασμένος, 

μην κατατρώγεσαι από την αυτολατρεία σου.
οι βιβλιοθήκες του κόσμου
χασμουριούνται από τη νύστα
μπροστά στο είδος σου.
μην προστεθείς σε αυτό.
μην το κάνεις.
αν δεν βγαίνει από την ψυχή σου σαν ρουκέτα,
αν, το να μείνεις ήσυχος 

δεν σε φέρνει στην τρέλα ή την αυτοκτονία ή τον φόνο,
μην το κάνεις.
αν ο μέσα σου ήλιος
δεν σου καίει τα σπλάχνα,
μην το κάνεις.

όταν θα 'ναι στ' αλήθεια η ώρα,
και αν είσαι ο εκλεκτός,
θα συμβεί από μόνο του 

και θα συνεχίσει να συμβαίνει
μέχρι που θα πεθάνεις ή που θα πεθάνει μέσα σου αυτό.
δεν υπάρχει άλλο τρόπος.
και ποτέ δεν υπήρξε.

 

Charles Bukowski - " Πώς να γίνεις μεγάλος συγγραφέας "



Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας



Δεν έχεις παρά να γαμήσεις ένα σεβαστό αριθμό γυναικών,
ωραίων γυναικών
και να γράψεις κάμποσα, υποφερτά ερωτικά ποιήματα.
Μη σε νοιάζει για την ηλικία σου
και για τα νιόβγαλτα ταλέντα.
Πίνε, απλώς περισσότερη μπίρα,
μπίρα, πολλή μπίρα
και πήγαινε στον ιππόδρομο 

τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα
και παίρνε τα, αν μπορείς.
Είναι δύσκολο να μάθεις να τα παίρνεις :
όλοι οι άσχετοι είναι υποψήφιες χασούρες.
Και μην ξεχνάς τον Μπραμς σου
και τον Μπαχ σου
και την μπίρα σου.
Μην πολυκουράζεσαι.
Να κοιμάσαι μέχρι αργά το απόγευμα.
Απόφευγε τις πιστωτικές κάρτες.
Τέλος πάντων, πλήρωνε τοις μετρητοίς.
Να θυμάσαι 

πως δεν υπάρχει μαλακία σ’ αυτόν τον κόσμο 
που να κάνει πάνω από 50 δολλάρια (το 1977).
Αν έχεις τη δυνατότητα ν’ αγαπήσεις,
αγάπησε πρώτα τον εαυτό σου,
μα έχε πάντα υπ’ όψη σου την πιθανότητα
μιας ολοκληρωτικής αποτυχίας
-είτε δίκαιη είναι, είτε άδικη η αιτία της-
μια πρόωρη εμπειρία θανάτου δεν είναι απαραίτητα κακή.
Μείνε μακριά από εκκλησίες και μπαρ και μουσεία
και να καιροφυλαχτείς
σαν αράχνη -
ο χρόνος είναι ο σταυρός του καθενός,
συμπεριλαμβανομένων :
της αποπομπής,
της αποτυχίας,
της προδοσίας,
όλης της σχετικής σαβούρας.
Κρατήσου με μπίρα.
Η μπίρα τρέφει αδιάκοπα το αίμα,
η μπίρα είναι σύντροφος πιστός.
Πάρε μια μεγάλη γραφομηχανή
και καθώς τα βήματα έρχονται και φεύγουν
κάτω απ’ το παράθυρό σου,
πάλεψέ την άγρια, δωσ’ της να καταλάβει.
Βάρα στο ψαχνό.
Και να θυμάσαι τις παλιοκαραβάνες
που το πάλεψαν γερά:
τον Χέμινγουεϊ, τον Σελίν, τον Ντοστογιέφσκυ, τον Χάμσουν.
Αν νομίζεις πως αυτοί
δεν τρελάθηκαν
σε μικρά δωματιάκια,
όπως τώρα εσύ,
δίχως γυναίκα.
δίχως φαΐ,
δίχως ελπίδα,
δεν είσαι ώριμος ακόμη.

Πιες περισσότερη μπίρα,
υπάρχει καιρός.
Κι αν δεν υπάρχει,
καλά είναι
κι έτσι.

Τάσος Λειβαδίτης - " Βιογραφία "




"Πρέπει, οπωσδήποτε, ν' αλλάξω ζωή,
αλλιώς είμαι χαμένος.
Βέβαια, έχω καιρό μπροστά μου,
είμαι ακόμα νέος.
Αν μπορούσα να ξεφύγω αυτήν την άθλια καθημερινότητα,
υποχρεώσεις και συνήθειες και συμβιβασμοί,
αν σταθώ λιγότερο εύκολος στις διάφορες προφάσεις
- μα ιδιαίτερα, αν βάλω πια ένα τέλος σε τούτες τις αιώνιες αναβολές.
Τότε, αλήθεια, ίσως φτιάξω κάτι, ίσως μάλιστα και κάτι το μεγάλο
όπως ονειρευόμουν από παιδί..."

Έτσι έγραφε κάποιος ένα βράδυ με χέρια που τρέμανε.
Κι έκλαιγε.
Ύστερα νύσταξε κι αποκοιμήθηκε.
Το πρωί, μόλις θυμόταν κάτι αόριστα.
Και σε μερικά χρόνια πέθανε..


Από τη συλλογή " Ποιήματα (1958-1964)
"

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Επιλύχνιος Ευχαριστία

Αλεξάνδρα Θεοχάρη - " Αυτός κι εγώ "




Πώς ξεχαστήκαμε εδώ πέρα, εαυτέ μου ;

ούτε στον καθρέφτη σου δε θέλεις να με δεις..

κι εκείνες οι μικρές σκιές ανάμεσά μας -

πόσο ενοχλητικές..


περίμενε να σου πω - μη θυμώνεις..

περπάτα σιγά σιγά

κι έλα ν’ ακούσεις

πώς ηχεί ένα δάκρυ..




Μάνος Πάνου - " ο ήχος απ' το σφύριγμά μου "




Και τ’ αύριο προσχωρώντας μεσ’ στην αιώνια άνοιξη των ανθέων

Περιμένοντας την επαφή σε ατραπούς ενθυμήσεων

Παραμένει με την φρούδα ελπίδα
άλλων παρελθόντων καταστάσεων
άλλων παρελθόντων προσώπων
άλλων παρελθόντων καιρών

Μιας μονης ροπής το αγκάλιασμα
Ενός μονου ασθενούς το ρίγος
Ενός μονου κροταλλίσματος την αρχή

Μέσα εδώ στροβιλιζόμενο το άγγιγμα διαφαίνεται για πρώτη φορά
Μέσα εδώ και πουθενά αλλού
Αρχίζει το παράλληλο των επιπέδων να μας πνίγει
Μας αλλοιώνει

Και του γνώριμου σφυρίγματός μου τον ήχο θα ξεχάσεις.



Χρήστος Θεοφιλάτος - " Ευχή Παιδιού '81 "



Χαράματα… Κάνω τον πεθαμένο
καθώς με μεταφέρουν
στα γαλάζια της απ’ την αυγή
σεντόνια.
Είμαι κοντά της.
Σαν βασιλιάς ζήτησα να ταφώ
πλάι στην αγαπημένη μου
μα είμαι ξυπνητός
κι αυτή η ζωντάνια
όλο με σπρώχνει.
Μάγε μου, μεταμόρφωσέ με
σ’ όποιον εκείνη αγαπά!
Κι έγινα αμέσως, αυτοκόλλητο
σκισμένου ποδοσφαιριστή
πάνω στο σύνθετό της.



Γιάννης Στεργιόπουλος - " Η θλίψη "




Δεν ξέρω τι θα χάσω,
κοντά σου αν δε φθάσω.
Δεν, μη--δεν.....
Πως να σε ξεχάσω.

Θα κατεβάσω το καπέλο μου
στα μάτια, να φανούν
ανύποπτες εικόνες,
παρελθόν δειλό, παρόν στη θλίψη.
Θ' ανοίξω λίγο χώρο ν' απλωθεί
η καρδιά μου, να χαθεί
το μούδιασμα του κοιμισμένου
ταξιδιώτη από τη θλίψη.

Δε θέλω να σε πιάσω,
φοβάμαι μη σε σπάσω.
Δεν, μη--δεν.....
Δεν θα σ'αναγκάσω.

Μ' άσπρα φτερά και ράμφη κίτρινα
πουλιά μου, πάρτε μου
τις τόσες Ερινύες,
τις αμφιβολίες π' έχει η θλίψη.
Σε κορυφή ασυντρόφευτη θα βγω,
με πρόσκαιρης χαράς
αντίσταση αραγμένη,
π' επιπλέει ασάλευτη στη θλίψη.

Θέλω να ξαποστάσω,
σε λίγο θα σχολάσω.
Ναι, μηδέν.
Ναι, θα με κρεμάσω.

Αλεξάνδρα Θεοχάρη - " Πλασματική Φυγή "



Εκεί, στης αυγής την άκρη
με τις ωχρές πινελιές
γλίστρησα..

χάθηκα
στων ρολογιών τους δείχτες,
στων ανθρώπων τις πίκρες

Περπατώ και συλλέγω πνοές
κοντά σε βράχους
σε θαλασσινές στεριές

Στις βροχερές μέρες
του καλοκαιριού
τη σιωπή να φυλακίσω
οι λέξεις να μην ακουστούν

Κι όταν θ' αγριεύουν τα κύματα
με ορμή να χτυπούν
να εξαφανίσουν
τη θύμηση

Όλα να ξεχαστούν..


Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

Γιώργος Πολυμενάκος - " Τα Χρυσά Μαλλιά της Βερενίκης "



Θαρθεί μια μαγική βραδιά
που ο κόσμος θα θυμίζει
τη Χώρα των Θαυμάτων
της Αλίκης

Θα γίνουν άστρα τα φιλιά
και θα μπλεχτούν εκεί ψηλά
με τα χρυσά μαλλιά
της Βερενίκης

Αυτά που βλέπω γύρω μου
με κάνουν κι αγριεύομαι...
Γι΄ αυτό κι εγώ με μάτια ανοιχτά
θα ονειρεύομαι...

Θαρθεί μια ξαφνική βραδιά
που οι δέκτες θα σιγήσουν
και οι οθόνες όλες
θα μπλοκάρουν

Κι όταν θα ανάψουνε ξανά,
το μήνυμα θα λέει απλά:
"Το όνειρό μας
δεν θα μας το πάρουν"...

Αυτά που βλέπω γύρω μου
με κάνουν κι αγριεύομαι...
Γι΄ αυτό κι εγώ με μάτια ανοιχτά
θα ονειρεύομαι...


Βασίλης Σπανογιάννης - " Καθεδρικό "


..δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι ξεκλειδώνω τους κωδικούς του Βασίλη..
αλλά σίγουρα μπαίνω στην ατμόσφαιρα..
..................


Το φως ζεσταίνει κι ημερεύει
η νύχτα προστατεύει


Κόσμοι ολόκληροι υπάρχουν
σε μιας άκρης τη χλωμάδα

Ριγηλό κάτοπτρο ζήτησα να με βγάλει
από αυτή τη φαντασία


Στο κέντρο πήγα με τα έγγραφα και τις εφημερίδες
και τον έρωτα γύρω από τα φλυτζάνια


Χάος κίτρινο αν πρέπει να φορέσω
σιδερώνω το μωβ που αγαπούσε




Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Ylla



Πλάσματα θανάτου

Μας υποδέχτηκες μια νύχτα
γυαλί κεντρί κι όνειρα δίχτυα
σ' ενός τυφλού το πεπρωμένο
ξορκίζει ο θάνατος το ξένο.
 

Τα λάθη που έριξε η σκιά μου
δεν είναι μοναχά δικά μου
στο δείλι του Άρη π' άγρια πέφτει
στρέφεις την κάννη στον καθρέφτη.

Τη μάσκα την χρυσή κι αν πάρω

μη με θαρρήσεις για κουρσάρο
το βράδυ πίσω θα στη φέρω
τ’ Αχέροντα το δρόμο ξέρω.
 

Λιγνό στοιχειό γεμάτο γνώση
ήξερε ωστόσο να σκοτώσει
αυγή, του πίθηκου το χέρι

γυρνά μι' ανέμη σ' άλλο αστέρι.

Ζάχος Κανταδόρος


Η Ποίηση Των Δρόμων..




..............................................................



Μπαμπά


Μπαμπά
Μπαμπά έχεις για δίδακτρα ?

...................................................................




Ευτυχισμένο


Ευτυχισμένο
Ευτυχισμένο το 1967
..........................................................




Κι ανάμεσα


Κι ανάμεσα
Κι ανάμεσα μας πλανιέται η αποδοχή μιας απέραντα χαραμισμένης ζωής.
..................................................................


Δεν μπορούν





Δεν μπορούν
Δεν μπορούν να ζήσουν δυο γενιές απο το ίδιο απόθεμα ψευδαισθήσεων.
................................................................................................................................................................

Να προσθέσω και τις δυο επόμενες τις οποίες απαθανάτισα το καλοκαίρι









Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012



Δείξε μου πόση ορθογραφία ξέρεις να σου πω ποιος είσαι!

Στο 10ο Λύκειο Ηρακλείου Κρήτης διοργανώνεται διαγωνισμός ορθογραφίας 
κάθε χρόνο μεταξύ μαθητών της Α’ Λυκείου. 
Βραβεύονται οι καλύτεροι ορθογράφοι μαθητές 
και το καλύτερο σε μέσο όρο τμήμα. 
Στους μαθητές δίνεται πιο πριν ένας σύντομος ορθογραφικός οδηγός 
(υπάρχει αναρτημένος με επιπλέον υλικό στo εκπαιδευτικό blog www.polioxni.wordpress.com ), 
αφιερώνονται κάποιες ώρες φιλολογικών μαθημάτων σε μαθήματα ορθογραφίας 
και γενικά γίνεται μια προσπάθεια για να δοθεί περισσότερη σημασία 
στο θέμα αυτό. 
Τα παιδιά (μην ξεχνάτε και τους πολλούς αλλοδαπούς μαθητές 
που υπάρχουν πλέον στα σχολεία μας και δυσκολεύονται με τη γλώσσα μας) 
ανταποκρίνονται θετικά αφού η γνώση συνδυάζεται με τη διασκέδαση. 
Σας επισυνάπτω το ρεπορτάζ μιας τοπικής εφημερίδας για το θέμα αυτό 


 

ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΟ - ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΤΕΣΤ
«Δείξε μου πόση ορθογραφία ξέρεις να σου πω ποιος είσαι!»
 
Σε ορισμένες από τις παρακάτω λέξεις υπάρχουν σκόπιμα ορθογραφικά λάθη ! 
Εντοπίστε τα λάθη, διορθώστε τα, δείτε τη βαθμολογία σας 
και θα ανακαλύψετε πολλά για το χαρακτήρα σας που πιθανόν αγνοείτε …

 
Διάλλειμα
κυνηγός
θυληκός
κρυσφύγετο
συνειδιτοπείηση
ευτιχισμένος,
έλλειψη
υπόψιν
τρελλός
άσος
τραίνο
Μανώλης
δολλάριο
συνδιασμός
δώθηκε
Μάϊος
Εξίμιση ώρες
Πολύ ζέστη
Επιβαρημένος
Υγειινός
Κτήριο
Βασίλισσα
Δίλημμα
Απαλάσσω
Συνημένα
Συγχισμένος
Νιάζομαι
Μυτιλήνη
Ασυλλόγιστος
παραληλλισμός



ΣΩΣΤΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ :

διάλειμμα, κυνηγός, θηλυκός, κρησφύγετο, συνειδητοποίηση, ευτυχισμένος, έλλειψη, υπόψη, τρελός, άσος, τρένο, Μανόλης, δολάριο, συνδυασμός, δόθηκε, Μάιος, εξίμισι ώρες, πολλή ζέστη, επιβαρημένος, υγιεινός, κτίριο, βασίλισσα, δίλημμα, απαλλάσσω, συνημμένα, συγχυσμένος, νοιάζομαι, Μυτιλήνη, ασυλλόγιστος, παραλληλισμός 
 
 
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

  1.  (Κανένα λάθος!) : Τα ειλικρινή μας συγχαρητήρια. Είσαστε ένας σπουδαίος ορθογράφος. Η χαρά του φιλόλογου… Άλλωστε με τέτοιες γνώσεις ορθογραφίας θα μπορούσατε κάλλιστα να είσαστε και σεις ένας φιλόλογος. Η μνήμη σας και η παρατηρητικότητά σας είναι άριστες. Θα πάτε μπροστά όπου και να δουλέψετε. Και πάλι συγχαρητήρια ! 

  1. (Έως 6 λάθη) : Αρκετά καλά έως πολύ καλά. Λίγα λάθη και, ας πούμε, φυσιολογικά» (άλλωστε αν όλοι γράφαμε σωστά λέξεις όπως η συνειδητοποίηση, σε τι θα χρησίμευαν οι φιλόλογοι ;). Μπορείτε λοιπόν να νιώθετε περήφανοι για την ορθογραφία σας, αλλά, όπως λέει και η παροιμία, εχθρός του καλού είναι το καλύτερο. Γιατί λοιπόν να μη γίνετε ακόμα καλύτεροι ορθογράφοι ; Τα προσόντα άλλωστε τα έχετε…

  1. (Έως 10 λάθη) : Η χρυσή μετριότης…Η ορθογραφία σας δεν είναι κακή, δεν θα ξετρελάνει όμως και τους φιλόλογους. Γράφετε τις πιο πολλές λέξεις ορθά, αλλά ουκ ολίγες φορές η μνήμη σας σας προδίδει με αποτέλεσμα να κάνετε κάποια λάθη που – πώς να το κάνουμε ; - «βγάζουν μάτι» και σας εκθέτουν. Ψυχραιμία! Η κατάσταση είναι αναστρέψιμη. Η παραπάνω προσπάθεια ποτέ δεν έβλαψε κανένα…..

  1. (Έως 15 λάθη) : Επιεικώς απαράδεκτοι… Πάτο μπορεί να μην πιάνετε, αλλά είστε, δυστυχώς, κοντά. Γράφετε πολλές συλλαβές λέξεων ορθά, αλλά ολόκληρες σωστές λέξεις σας πέφτουν κομμάτι δύσκολο. Μη το βάζετε κάτω όμως. Έστω και οι λίγες αυτές ορθογραφημένες συλλαβές είναι μια αρχή (μικρή βέβαια…) και δείχνουν ότι διαθέτετε μνήμη και παρατηρητικότητα, που παραμένουν ωστόσο αναξιοποίητες. Η ορθογραφία είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να καλλιεργήσετε και τις δύο. Τι κάθεστε λοιπόν ;

  1. (Έως 25 λάθη) : Οι καημένες οι λέξεις, πείτε μας στο Θεό σας, τι σας φταίνε να τις κακοποιείτε μ’ αυτόν τον τρόπο; Πού είναι η μνήμη σας, πού είναι η παρατηρητικότητά σας ; Πού το’ χετε το μυαλό σας τέλος πάντων ; Αγαπητοί μου, χρειάζεστε επειγόντως μαθήματα ορθογραφίας. Εκμεταλλευτείτε την ευκαιρία που σας παρουσιάζεται και ανοίξτε κανένα βιβλίο. Για ανασκουμπωθείτε λίγο. Άντε μπράβο ! 

     
  1. (Όλο λάθη …) : Αγαπητοί μου, θα σας το πούμε όσο πιο ευγενικά μπορούμε…Η περίπτωσή σας, αν δεν το έχετε συνειδητοποιήσει, είναι κλινική…Μπροστά σας η φιλολογική επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Είστε επικηρυγμένος από τη γλωσσική αστυνομία ως αδίστακτος σφαγέας λέξεων. Οι πιθανότητες να γράψετε ορθά έστω μια δισύλλαβη λέξη είναι λιγότερες από το να περάσει ο Ολυμπιακός στην επόμενη φάση του Τσάμπιονς Λιγκ… Μια φιλική συμβουλή : Αποφύγετε όσο μπορείτε το γραπτό λόγο. Πείτε προφορικά  αυτό που θέλετε να γράψετε, πείτε το με λουλούδια, πείτε το έστω και μ’ένα φιλί (που λέει και το τραγούδι), προς θεού όμως μη το γράψετε. Για δικό σας καλό…  

     
 

Μάνος Πάνου - " Ξ ε ν η τ ι ά "


 

    
Δεν είμαστε πια σε θέση


Να επιβάλουμε στ’  άστρα να ερμηνεύουν τη δικιά μας τροχιά



Θα φύγουμε, θα πάμε στα ξένα


θα ξεκινήσουμε μια καινούργια ζωή, σου υπόσχομαι



Αποσιωπώντας σου το γεγονός 


πως χρόνια τώρα είμαστε στην ξενητιά


ζητώντας απελπισμένα ασπίδες απ’  την πατρίδα..

Χριστίνα Γεραλή - " A θ υ μ ί α "




Ερημίτες τα χρόνια στου κόσμου τη θάλασσα

Οι φοβίες, οι θλίψεις σε θαλάμους σιωπής

Μονωμένα αδιέξοδα - το καθένα γυρεύει

την κλωστή που το σύμπαν ενώνει


Εξουσίες σκληρές φτύνουν ωχρό δηλητήριο

κι η δυσμένεια, σήψεις παραθέτει, ηχηρά

Επικύρωση τέλους - στις σκιές θα λουφάξουν

τα υπέρμαχα κάποτε θαυμαστά μας ινδάλματα


Υπερόπτες σε απέλπιδα, δυνάστρια καταδίωξη

Η ενόραση άχρηστη και τυφλή, σε ειρκτή

Παραβάτες του όνειρου, ιχνηλάτες του τίποτα

με όπιο λίγης δειλίας, θ'αμυνθούμε κι εχθρότητας...

Γιώργος Πολυμενάκος - " Έλεγαν όλοι μαζί ένα τραγούδι "



   
Δεν υπήρχαν τόποι συνάντησης.
Πολλές φορές
δεν γνωρίζονταν καν μεταξύ τους.

Οι περισσότεροι έμοιαζαν
- ήταν -
άνθρωποι συνηθισμένοι.

Οι πράξεις τους όμως
ήταν απρόβλεπτες
- άρα επικίνδυνες.

Το θέμα ήταν πολύ σοβαρό
για να αφεθεί στην τύχη του.

Απασχολούσε
τις διωκτικές αρχές
- όχι τις γνωστές -
εδώ και δεκαετίες.


Πώς όμως να συλλάβεις έναν τρομοκράτη
που δεν οπλοφορεί;

Μπορούσες βέβαια
να τον συλλάβεις για τις ιδέες του

- αλλά σε αυτή την περίπτωση
για ποιες ιδέες ακριβώς;

Διότι έλεγαν μεν
όλοι μαζί ένα τραγούδι

- αλλά

όποιο ήθελε ο καθένας.

Βασίλης Σπανογιάννης - " Π ε τ α λ ο ύ δ ε ς "




Σαν ηλιακό τάγμα περπατάν στη γη οι πεταλούδες

παντιέρες δίχως ράμματα πως είναι

όλοι κρυφά μας τις μισούν

κι αν τραγούδια τους ταιριάζουν

με κατάρες τέλος μοιάζουν


Πελαγία Σ. Κουκίδου - " Λαϊκή Ρήση ή Κρίση ή Ζήση ή Βρύση ή Λύση ή..."



 
χρόνια μου πήρε να εμπεδώσω

τι πάει να πει

"στους στραβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος"


γιατί εκτός από στραβή

προέκυψα και βραδύνους


τώρα που το έμαθα, θ` αγοράσω

μπαστούνι και σκύλο..

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Βασίλης Σπανογιάννης - " Δεσποινίς ενυδρίς "



Σε γνώρισα στη Γατουλέτα
την πόλη τη φανταστική των γάτων
μα εσύ ήσουν ενυδρίς

- έτριβες τα πατώματα
μέχρι τα νύχια να γλυστρίσουν στο παρκέ

Ανάμεσα σε όλους υδρόβια
με τάληρο μοιάζεις στο ασήμι
και στην πλευρά του ψύχους, λαμπαδιάζεις, Ερμιόνη..


Βασίλης Σπανογιάννης








Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Álvaro de Campos ( Fernando Pessoa ) - Το Καπνοπωλείο - Tabacaria


216_2310-fernando-pessoa[1] Περίπου 7 χρόνια πριν τον θάνατό του από κίρρωση του ήπατος, ο Πεσσόα γράφει στις 15-01-1928 ένα από τα πλέον συγκλονιστικά, ευαίσθητα, τραγικά, αυτοψυχαναλυτικά,  περιεκτικά (κλπ, κλπ, κλπ) ποιήματα(?) που έχουν ποτέ γραφεί.
Πάνω από το διπλάσιο του ίδιου χρόνου σε ώρες, χρειάστηκε ο γράφων για να μεταφέρει στην ελληνική γλώσσα τον ασύλληπτο (και σε δυσκολία) τρόπο γραφής και σκέψης του Πορτογάλου, δαμάζοντας τον ατίθασα ελεύθερο και παιγνιώδη στίχο του, με συνεχείς (χριστέ μου! lol) αναφορές στο πρωτότυπο πορτογαλικό κείμενο καθώς και σε ποικίλλες άλλες μεταφράσεις (πλην της ελληνικής, που στο ακέραιο, αν δεν κάνω λάθος, ακόμα εκλείπει – αλλά και να υπάρχει, ποιός κάθεται να ταλαιπωρείται με πνευματικά δικαιώματα, ε?) τόσο ώστε το τελικό αποτελέσμα να προσεγγίζει όσο είναι δυνατόν το πρωτότυπο.



Não sou nada.
Nunca serei nada.
Não posso querer ser nada.
À parte isso, tenho em mim todos os sonhos do mundo.

Ελπίζω να άξιζε τον κόπο η προσπάθεια.


{* Η μετάφραση είναι του Dr.Kameleon, ακολουθεί πιστά το πρωτότυπο και η μικρού μεγέθους γραμματοσειρά έχει σκοπό να διατηρήσει αναλλοίωτη τη δομή του ποιήματος όπως την είχε εμπνευστεί ο ίδιος ο Πεσσόα}


Φερνάντο Πεσσόα - Fernando Pessoa - (Álvaro de Campos) - ( 1888-1935)

Το Καπνοπωλείο - Tabacaria



Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα’ μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να’ μαι τίποτα.
Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου.
Παράθυρα της κάμαράς μου,
Μιας κάμαρας, στα εκατομμύρια του κόσμου, που κανείς δεν γνωρίζει ποιά είναι,
(Κι αν την ήξεραν, τι θα ήξεραν ;),
που βλέπει στο μυστήριο ενός δρόμου γεμάτου περαστικούς.
Σ’ ένα δρόμο απροσπέλαστο για όλες μου τις σκέψεις.
Πραγματικό, απίθανα πραγματικό, βέβαια, αβέβαια βέβαιο.
Με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα,
Με τον θάνατο που υγραίνει τους τοίχους και ασπρίζει τα μαλλιά των ανθρώπων.
Με το Πεπρωμένο που σέρνει την άμαξα των πάντων, μέσα από το δρόμο του τίποτα.
Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη απ’το να πω ένα αντίο, 
αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου 
να γίνονται μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νέυρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν.
Σήμερα είμαι συγχυσμένος, σαν κάποιος που αναρωτήθηκε, ανακάλυψε και ξέχασε.
Σήμερα είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη μου,
στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου
και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματός μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο.
Απέτυχα σε όλα.
Μη έχοντας κανέναν σκοπό, ίσως πράγματι όλα να ήταν ένα τίποτα.
Γνωρίζοντας τι έχω,
γλίστρησα από το παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού,
κι ύστερα ξεχύθηκα στον κάμπο με προσδοκίες μεγάλες,
αλλά δεν βρήκα παρά δέντρα και χόρτα,
κι όταν υπήρχαν άνθρωποι δεν ήταν παρά ίδιοι μ’ όλους τους άλλους.
Απομακρύνομαι μ’ ένα βήμα απ’ το παράθυρο και κάθομαι στην καρέκλα. 
Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα ;
Πώς να ξέρω ποιός θα γίνω, εγώ που δεν γνωρίζω ποιός είμαι ;
Να γίνω αυτός που πιστεύω πως είμαι ; Αλλά πιστεύω τόσα πράγματα!
Κι υπάρχουν τόσοι που νομίζουν πως είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα – δεν γίνεται!
Ιδιοφυής ; Αυτή τη στιγμή,
Εκατό χιλιάδες εγκέφαλοι ονειρεύονται πως είναι ιδιοφυείς, όπως κι εγώ,
Κι η ιστορία δεν θα καταγράψει, ποιός ξέρει ;, ούτε έναν,
και τίποτα παρά κοπριά δεν θα απομείνει από τις μελλοντικές τους επιτυχίες.
Όχι, δεν πιστεύω σ’ εμένα.
Σε κάθε τρελοκομείο, υπάρχουν διαταραγμένοι τρελοί με τόσες πολλές βεβαιότητες!
Εγώ, που δεν έχω καμία βεβαιότητα, είμαι περισσότερο ή λιγότερο εχέφρων ;
Όχι, ούτε καν σ’ εμένα.
Σε πόσες σοφίτες και μη-σοφίτες στον κόσμο,
δεν υπάρχουν αιθεροβάμονες της ευφυίας ;
Πόσες εμπνεύσεις υψηλές και ευγενείς και διαυγείς –
- ναι, αληθινά υψηλές, ευγενείς και διαυγείς –
Και, ποιός ξέρει, ίσως εφικτές,
δεν θα αντικρίσουν ποτέ το φως του αληθινού ήλιου, μήτε θα ακουστούν από ανθρώπινα αυτιά ;
Ο κόσμος είναι γι’ αυτούς που γεννήθηκαν να τον κατακτήσουν,
κι όχι γι’ αυτούς που ονειρεύονται πως το μπορούν – ακόμη κι αν έχουν δίκιο.
Ονειρεύτηκα περισσότερο απ’ όσο κατόρθωσε ο Ναπολέων,
Άνοιξα την καρδιά μου στην ανθρωπότητα περισσότερο απ’ το Χριστό.
Συνέγραψα κρυφά φιλοσοφίες που κανένας Καντ δεν κατάφερε να γράψει.
Αλλα είμαι, κι ίσως να είμαι και για πάντα,  αυτός που βρίσκεται στη σοφίτα,
ακόμα κι αν δεν ζω σε μιά.
Θα είμαι πάντα εκείνος που δεν γεννήθηκε γι’ αυτό.
Θα είμαι πάντα εκείνος που είχε προσόντα.
Θα είμαι πάντα εκείνος που περίμενε ν’ ανοίξει μια πόρτα σ’ έναν τοίχο δίχως πόρτες.
Και τραγούδησε το τραγούδι του απείρου σ’ ένα κοτέτσι.
Κι άκουσε τη φωνή του Θεού σ’ ένα κλεισμένο πηγάδι.
Να πιστέψω σ’ εμένα ;  Όχι, κι ούτε σε τίποτε άλλο.
Ας έλθει η Φύση να χύσει πάνω από το ζεστό μου κεφάλι,
τον ήλιο της, τη βροχή της, τον άνεμο που μου χαιδεύει τα μαλλιά.
Και τα υπόλοιπα που ίσως έρθουν, αν έρθουν, αν πρέπει να έρθουν, ή αν δεν πρέπει,
ας τα κάνει σκλάβους των αστεριών.
Κατακτούμε τον κόσμο, πριν ακόμα σηκωθούμε απ’ το κρεββάτι,
Αλλά ξυπνάμε και είναι αδιαφανής,
Σηκωνόμαστε και είναι ξένος,
Βγαίνουμε από το σπίτι και είναι ολόκληρη η Γη,
κι ακόμα το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας και το Άπειρο.
(Φάε σοκολάτες, μικρή
Φάε σοκολάτες! Πίστεψέ με, πέρα απ’ τις σοκολάτες, δεν υπάρχει άλλη μεταφυσική στον κόσμο.
Πίστεψέ με, όλες οι θρησκείες μαζί δεν σε διδάσκουν περισσότερα από ένα ζαχαροπλαστείο.
Φάε, βρώμικη μικρή, φάε!
Μακάρι να μπορούσα να φάω κι εγώ σοκολάτες με τόση ειλικρίνεια όση κι εσύ!
Αλλά σκέφτομαι, ξετυλίγοντας το ασημένιο περιτύλιγμα καμωμένο από κασσίτερο,
Το πετάω στο έδαφος, όπως έκανα και με τη ζωή μου.)
Τουλάχιστον μένει από τη νοσταλγία αυτού που ποτέ δεν θα είμαι,
Η βιαστική καλλιγραφία αυτών των στίχων,
Ένα μπαλκόνι που αγναντεύει το Αδύνατο.
Τουλάχιστον μού μένει για μένα μια περιφρόνηση δίχως δάκρυα,
Ευγενής τουλάχιστον στην μεγαλειώδη χειρονομία μου,
πετάω τα άπλυτα που είμαι εγώ στο πλυντήριο, 
και στην πορεία των πραγμάτων,
μένω στο σπίτι χωρίς πουκάμισο.
(Εσύ, που εφησυχάζεις, που δεν υπάρχεις και γι’ αυτό εφησυχάζεις,
Είτε ελληνίδα θεά, που τη μορφή σου συνέλαβαν σαν ζωντανό άγαλμα,
Ή αλλιώς ρωμαίε πατρίκιε, αδύνατε ευγενή και επιβλαβή,
Ή πριγκήπισσα που σε τραγουδούν οι τροβαδούροι, η πιο πολύχρωμη και γοητευτική,
Ή μαρκησία του 18ου, ψηλομύτα και απόμακρη,
Ή διάσημη κοκότα των χρόνων των γονιών μας,
Ή σύγχρονη – ειλικρινά δεν ξέρω τι –
Όλο αυτό, ό,τι κι αν είναι, δώσε την έμπνευσή σου!
Η καρδιά μου είναι ένας αναποδογυρισμένος κάδος.
Όπως αυτοί που καλούν πνεύματα, καλούν πνεύματα – 
καλώ εμένα και δεν βρίσκω τίποτα.
Πηγαίνω στο παράθυρο και παρατηρώ το δρόμο με απόλυτη ακρίβεια.
Βλέπω τα μαγαζιά, τους διαβάτες, τις άμαξες που περνούν,
Βλέπω τα ενδεδυμένα έμβια όντα να διασταυρώνονται
Βλέπω τα σκυλιά που υπάρχουν εξίσου
Και όλο αυτό με βαραίνει σαν μια καταδίκη στην εξορία,
Και όλο αυτό είναι ξένο, όπως και όλα.)
Έζησα, σπούδασα, αγάπησα κι ακόμα πίστεψα,
Και σήμερα, δεν υπάρχει ζητιάνος που να μην τον ζηλεύω, απλά και μόνο γιατί δεν είναι εγώ.
Στον καθέναν διακρίνω τα κουρέλια του, τις πληγές του, το ψέμα,
Και σκέφτομαι : ίσως ποτέ δεν έζησες, ούτε σπούδασες, ούτε αγάπησες, ούτε πίστεψες.
(Γιατί είναι δυνατό να πλάσεις όλων αυτών την πραγματικότητα, δίχως να κάνεις τίποτα εξ’ αυτών)
Ίσως έχεις μόλις και μετά βίας υπάρξει, σαν μια σαύρα που της έκοψαν την ουρά,
κι η ουρά της, αυτονομείται από τη σαύρα, σαλεύοντας με φρενίτιδα.
Αυτό που έκανα στον εαυτό μου, δεν το ήξερα.
Κι ό,τι μπορούσα να τον κάνω, δεν το έκανα.
Το ντόμινο που φόρεσα ήταν ολότελα λάθος,
Με πέρασαν από μακρυά για κάποιον άλλον, δεν το αρνήθηκα και χάθηκα.
Σαν θέλησα να βγάλω τη μάσκα,
είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου.
Κι όταν την έβγαλα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
Είχα ήδη γεράσει.
Ήμουν μεθυσμένος, και δεν ήξερα πια πώς να φορέσω το κοστούμι 
το οποίο ποτέ μου δεν είχα βγάλει.
Πέταξα μακρυά τη μάσκα και κοιμήθηκα στο βεστιάριο.
Σαν ένα σκυλί που το ανέχεται η διεύθυνση
Γιατί είναι άκακο.
Και θα γράψω αυτήν εδώ την ιστορία για ν’ αποδείξω πως είμαι υπέροχος.
Μουσική των άχρηστων στίχων μου,
Μόνο να μπορούσα να σε δω σαν κάτι που είχα φτιάξει,
αντί να συνεχίσω ν’ αντικρίζω το Καπνοπωλείο στην άλλη μεριά του δρόμου,
Η συνείδηση της ύπαρξής μου που κουρνιάζει στα πόδια μου,
Σαν ένας τάπητας καμωμένος από μεθύστακες,
Ή ένα χαλάκι που έκλεψαν τσιγγάνοι και δεν αξίζει τίποτα.
Αλλά ο Ιδιοκτήτης του Καπνοπωλείου ήρθε στην πόρτα και στέκεται εκεί.
Τον κοιτάζω με την δυσφορία ενός μισογυρισμένου κεφαλιού,
Συνδυασμένη με τη δυσφορία μιας μισο-κενης ψυχής.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω.
Θ’αφήσει το σημειωματάριό του, θ’αφήσω τους στίχους μου.
Η επιγραφή του στο τέλος θα πεθάνει, όπως και τα ποιήματά μου.
Και στο τέλος θα πεθάνει κι ο δρόμος όπου βρισκόταν αυτή η επιγραφή,
Όπως κι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα ποιήματα.
Κι ύστερα θα πεθάνει κι ο στροβιλιζόμενος αυτός πλανήτης στον οποίον συνέβησαν όλα αυτά.
Σε άλλους δορυφόρους άλλων συστημάτων , κάτι σαν άνθρωποι,
Θα συνεχίσουν να φτιάχνουν κάτι-σαν-ποιήματα, και να ζούν κάτω από κάτι-σαν-επιγραφές.
Πάντα το ένα πράγμα αντίκρυ στο άλλο,
Πάντα το ένα πράγμα εξίσου άχρηστο με το άλλο,
Πάντα το αδύνατο τόσο ηλίθιο όσο η πραγματικότητα,
Πάντα το μυστήριο του βάθους, τόσο αληθινό όσο η σκιά του μυστηρίου στην επιφάνεια.
Πάντα αυτό ή πάντα το άλλο, ή ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
Αλλά κάποιος μπήκε στο Καπνοπωλείο (για ν’αγοράσει καπνό ;)
Κι η υπαρκτή πραγματικότητα ξαφνικα με κατακεραυνώνει.
Μισοσηκώνομαι στα πόδια μου – μ’ ενέργεια, βέβαιος για τον εαυτό μου, ανθρώπινος –
Και θα προσπαθήσω να γράψω αυτούς τους στίχους για να ισχυριστώ το αντίθετο.
Ανάβω ένα τσιγάρο, καθώς σκέφτομαι να τους γράψω.
Και σ’ αυτό το τσιγάρο γεύομαι την απελευθέρωσή μου από κάθε σκέψη.
Ακολουθώ τον καπνό σαν να ήταν το δικό μου ίχνος.
Και απολαμβάνω για μια ευαίσθητη και επαρκή στιγμή,
Την απελευθέρωσή μου από κάθε εικασία
Και την επίγνωση ότι οι μεταφυσικές είναι η παρενέργεια του να μην αισθάνομαι καλά.
Έπειτα, αφήνομαι πίσω στην καρέκλα
Και συνεχίζω να καπνίζω.
Όσο μου το επιτρέπει το πεπρωμένο, θα συνεχίζω να καπνίζω.
(Αν παντρευόμουν την κόρη της πλύστρας μου,
θα μπορούσα να είμαι εφικτά ευτυχισμένος.)
Δεδομένου αυτού, σηκώνομαι και πηγαίνω προς το παράθυρο.
Ο άντρας βγήκε απ’ το καπνοπωλείο (βάζει τα ρέστα στην τσέπη του ;)
Α, τον γνωρίζω : είναι ο Εστέβες, δίχως μεταφυσικές.
(Ο Καπνοπώλης ήρθε στην πόρτα.)
Ορμώμενος θαρρείς από κάποιο θείο ένστικτο, ο Εστέβες γύρισε και με είδε.
Με χαιρέτησε, και φώναξα κι εγώ από μακρυά "Γειά σου, Εστέβες!" 
και το σύμπαν ανασυγκροτήθηκε μέσα μου, χωρίς ιδανικά ή ελπίδα
και ο Καπνοπώλης χαμογέλασε.
Álvaro de Campos ( Fernando Pessoa )
 http://nest.drkameleon.com/%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7/%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1/%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%80%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF-tabacaria.html
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF_%CE%A0%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1 
 http://www.greekbooks.gr/pessoa-fernanto.person
........................
http://hyperperfo.wordpress.com/2008/11/29/bureau-de-tabac/ 
..........................
Το Καπνοπωλείο έχει μεταφραστεί και από τον Ανδρέα Παγουλάτο, στο πρώτο τεύχος της Νέας Συντέλειας, το οποίο δεν έχω πλέον στην κατοχή μου και δεν το βρίσκω ούτε στο διαδίκτυο για να παραθέσω..
                                                                                                    Χριστίνα Γεραλή
 http://www.u-topia.gr/authors/pagoulatos
.........................