Όταν ξανάρθουνε τα ποιήματα,
θα τα δεχτώ καθώς τούς πρέπει,
σαν ακουστούν απέξω βήματα,
τους έχω, και τροφή, και σκέπη.
Θα μπούνε μέσα στο σαλόνι μου,
λίγο μετά που θα ’χεις φύγει
λέγοντας πως, «θα ζήσω μόνη μου»,
σάμπως αυτό για σε να επείγει.
Τίγκα οι βαλίτσες τους κι οι σάκοι τους,
θα ’ναι με στίχους απ’ τα ξένα
και θα κοιτώ σαν τους κατάκοιτους,
να τους αδειάζουν έναν-ένα.
Και να τους βάζουν στο ντουλάπι μου,
κει που ’ταν τα δικά σου ρούχα,
πόσο θα θύμωνες, αγάπη μου,
μ’ όλον τον έρωτα που σού ’χα.
«Ποτέ τους δε μάς δώσαν χρήματα»,
λες κάθε μέρα μετά λύπης,
όταν ξανάρθουνε τα ποιήματα,
θα ’ναι καλύτερα να λείπεις.
θα τα δεχτώ καθώς τούς πρέπει,
σαν ακουστούν απέξω βήματα,
τους έχω, και τροφή, και σκέπη.
Θα μπούνε μέσα στο σαλόνι μου,
λίγο μετά που θα ’χεις φύγει
λέγοντας πως, «θα ζήσω μόνη μου»,
σάμπως αυτό για σε να επείγει.
Τίγκα οι βαλίτσες τους κι οι σάκοι τους,
θα ’ναι με στίχους απ’ τα ξένα
και θα κοιτώ σαν τους κατάκοιτους,
να τους αδειάζουν έναν-ένα.
Και να τους βάζουν στο ντουλάπι μου,
κει που ’ταν τα δικά σου ρούχα,
πόσο θα θύμωνες, αγάπη μου,
μ’ όλον τον έρωτα που σού ’χα.
«Ποτέ τους δε μάς δώσαν χρήματα»,
λες κάθε μέρα μετά λύπης,
όταν ξανάρθουνε τα ποιήματα,
θα ’ναι καλύτερα να λείπεις.


