Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Γιώργος Πολυμενάκος - " Παράπονο "




Σαν σε ομίχλη βλέπω
να σε παίρνουν μακριά μου
Στο δάσος του θανάτου
τραγουδούν χίλια πουλιά

Ρωτώ για το χαμένο
αστέρι της γενιάς μου
μα της σιωπής τα ξωτικά
σου παίρνουν τη μιλιά

Όταν στα ζάρια παίζουν
το κορμί σου μισθοφόροι
 αγάπης λόγια τραγουδάει
μόνο ο ποιητής

κι όταν το δάκρυ σου πουλάν
οι άσπλαχνοι εμπόροι
εκείνος πρώτος τ' αγοράζει
για να λυτρωθείς

Νύχτα και μέρα κλέβουν
τη μορφή σου απ' τη ματιά μου
και μοναχά στη στέρνα
των ματιών σου ξεδιψώ

Μήτε σταλιά νερό στη γη
που απλώνεται μπροστά μου
Μονάχος μένω κι η φωνή σου
σβήνει σαν ηχώ


Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Lucio Battisti - I Giardini di Marzo




Lucio Battisti - I Giardini di Marzo (Οι κήποι του Μάρτη)
με ελληνικούς υπότιτλους από τον Αντώνη Τσώλη

Γιώργος Πολυμενάκος - Ζοζέ Σαραμάγκου




Ο Αυτοσχεδιαστής Κεραμοποιός

 

 ... Ξεκίνησε λοιπόν να φτιάξει από πηλό μια ανθρώπινη φιγούρα, αντρική ή γυναικεία είναι ανούσια λεπτομέρεια, την έβαλε στο φούρνο και άναψε την απαραίτητη φωτιά.

Όταν πέρασε η ώρα που έκρινε αρκετή, την έβγαλε από κει, και, ω Θεέ μου, πήγε η ψυχή του στα πόδια.

Η φιγούρα του είχε βγει μαύρη, κατάμαυρη, καμιά σχέση με αυτό που είχε κατά νου για το πώς θα ’πρεπε να είναι ο άνθρωπός του.

Ωστόσο, ίσως επειδή βρισκόταν ακόμα στην αρχή της δράσης του, δεν του έκανε καρδιά να καταστρέψει το ελαττωματικό προϊόν της αδεξιότητάς του. Της έδωσε ζωή, μ’ ένα τίναγμα στο κεφάλι ας υποθέσουμε, και την έδιωξε.

Έπλασε μια καινούρια φιγούρα, την έβαλε στο φούρνο, τούτη τη φορά όμως είχε την προνοητικότητα να είναι προσεκτικός με τη φωτιά. Το κατάφερε βέβαια, υπερβολικά όμως, αφού η φιγούρα εμφανίστηκε ολόλευκη, πιο λευκή απ’ όλα τα λευκά. Δεν ήταν αυτό που ήθελε ούτε τούτη τη φορά. Ωστόσο, παρά το νέο θαλάσσωμα, δεν έχασε την υπομονή του, θα πρέπει μάλιστα να σκέφτηκε με επιείκεια, Το καημένο, δεν φταίει αυτό, τελικά έδωσε και σε τούτο ζωή και το έστειλε στο καλό.

Στον κόσμο υπήρχε λοιπόν ένας μαύρος κι ένας λευκός, αλλά ο αδέξιος δημιουργός δεν είχε ακόμα πετύχει το δημιούργημα των ονείρων του. Ανασκουμπώθηκε για μια ακόμα φορά, άλλη μια ανθρώπινη φιγούρα έλαβε θέση στο φούρνο, το πρόβλημα, έστω κι αν υπήρχε ακόμα το πυρόμετρο, θα έπρεπε να λύνεται πιο εύκολα από εκεί και ύστερα, δηλαδή το μυστικό ήταν να μη ζεστάνει τo φούρνο ούτε πολύ ούτε λίγο, και μιας κι ήταν η τρίτη φορά, θα έπρεπε να είναι και η χαριστική.

Δεν ήταν.

Βέβαια η καινούρια φιγούρα δεν βγήκε μαύρη, δεν βγήκε βέβαια λευκή, όμως, αχ ουρανοί, βγήκε κίτρινη. Αν ήταν άλλος ίσως να είχε παραιτηθεί, θα είχε σκαρώσει βιαστικά ένα διαλυτικό για να τελειώνει με το μαύρο και το λευκό, θα είχε σπάσει το λαιμό του κίτρινου, πράγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό συμπέρασμα της σκέψης που πέρασε απ’ το νου του με τη μορφή ερώτησης, Αν εγώ ο ίδιος δεν μπορώ να φτιάξω ένα σωστό άνθρωπο, πώς θα μπορέσω αργότερα να του ζητήσω λογαριασμό για τα λάθη του;

Για μερικές μέρες ο αυτοσχεδιαστής κεραμοποιός μας δεν είχε το κουράγιο να  μπει στο εργαστήριό του, κατόπιν όμως, όπως συνηθίζεται να λέγεται, το σαράκι της δημιουργίας άρχισε να τον τρώει και μετά από λίγες ώρες μια τέταρτη φιγούρα είχε πλαστεί κι ήταν έτοιμη να μπει στο φούρνο.

Αν υποθέσουμε πως υπήρχε τότε πάνω από αυτόν το δημιουργό ένας άλλος δημιουργός, είναι πολύ πιθανόν από τον μικρότερο προς τον μεγαλύτερο να είχε υψωθεί μια παράκληση, μια προσευχή, μια ικεσία, ή κάτι ανάλογο που έλεγε περίπου το εξής,

Μη μ’ αφήσεις να βγω σκάρτος.

Τελικά, με χέρια γεμάτα αγωνία, τοποθέτησε τη φιγούρα στο φούρνο, κατόπιν διάλεξε με σχολαστικότητα και ζύγισε την ποσότητα των ξύλων που του φάνηκαν κατάλληλα, αφαίρεσε τα χλωρά από τα πολύ ξερά, έβγαλε άλλο ένα που καιγόταν άσχημα και άχαρα, πρόσθεσε άλλο ένα που έδινε μια φλόγα χαρούμενη, υπολόγισε κατά προσέγγιση το χρόνο και την ένταση της φωτιάς και επαναλαμβάνοντας την έκκληση, Μη μ’ αφήσεις να βγω σκάρτος, έφερε το σπίρτο κοντά στα ξύλα.

Εμείς, οι σημερινοί άνθρωποι, που έχουμε περάσει από τέτοιες καταστάσεις αγωνίας, κάποιο δύσκολο διαγώνισμα, κάποιο ραντεβού που μας έστησαν, κάποια φορά που περιμέναμε το παιδί μας, μια δουλειά που μας αρνήθηκαν, μπορούμε να φανταστούμε πόσο υπέφερε αυτός ο δημιουργός όσο περίμενε το αποτέλεσμα της τέταρτης απόπειρας, τον ιδρώτα του που θα πάγωνε αν δεν ήταν τόσο κοντά στο φούρνο, τα νύχια του φαγωμένα από τη ρίζα, κάθε λεπτό που περνούσε έπαιρνε μαζί του δέκα χρόνια απ’ τη ζωή του, για πρώτη φορά στις διαφορετικές ιστορίες δημιουργίας του σύμπαντος ο ίδιος ο δημιουργός ήταν αυτός που γνώρισε τα βάσανα που μας περιμένουν στην αιώνια ζωή επειδή είναι αιώνια, όχι επειδή είναι ζωή.

Άξιζε όμως τον κόπο. Όταν ο δημιουργός μας άνοιξε την πόρτα του φούρνου και είδε αυτό που βρισκόταν μέσα, έπεσε στα γόνατα εκστασιασμένος.

Αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν πλέον ούτε μαύρος, ούτε λευκός, ούτε κίτρινος, ήταν, βεβαίως, κόκκινος, κόκκινος σαν την κόκκινη αυγή και τον πουνέντε, κόκκινος σαν τη φλογερή λάβα των ηφαιστείων, κόκκινος σαν τη φωτιά που τον έκανε κόκκινο, κόκκινος σαν το ίδιο του το αίμα ...

                                               Ζοζέ Σαραμάγκου, Η Σπηλιά, Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 221-222.



http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%96%CE%BF%CE%B6%CE%AD_%CE%A3%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%85
......................................................................................................................................................................

 ..το αλληγορικό στοιχείο απαραίτητο συστατικό της γραφής του Σαραμάγκου..
γραφή που επιβάλλεται, καθιερώνοντας ένα νέο είδος, όπως αναφέρουν και οι αναλυτές του έργου του :

" Το πειραματικό στυλ του Σαραμάγκου συχνά χαρακτηρίζεται από μακριές προτάσεις,
κατά περιπτώσεις περισσότερο από μια σελίδα σε μάκρος.
Χρησιμοποιεί περιόδους.
Πολλές από τις παραγράφους του εκτείνονται για σελίδες χωρίς παύση για διάλογο,
τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει να μην οροθετεί με εισαγωγικά.
Όταν ο ομιλητής αλλάζει, ο Σαραμάγκου σηματοδοτεί αυτή την αλλαγή
αρχίζοντας με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα της πρώτης λέξης που αναφέρει ο νέος ομιλητής"..

...............

 ..αυτό το νέο είδος γραφής το συνάντησα πρώτη φορά σαν αναγνώστρια
στο "Το φθινόπωρο του Πατριάρχη" - 1975 του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες..
..με μακριές φράσεις όλο παρακλάδια, χωρίς παύσεις - σχεδόν ανύπαρκτα σημεία στίξης για σελίδες ολόκληρες
καθώς και με αλλαγές στο χρόνο αφήγησης
που, όμως, όπως επισημαίνει η επίσημη μεταφράστριά του Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας

 "αυτό συμβαίνει  χωρίς να διακόπτεται ο ειρμός του κειμένου
και συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης"..


..αυτά είναι ελάχιστα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους Μεγάλους Λογετέχνες..
χειρίζονται τις ιδέες και το λόγο με την άνεση της αναπνοής..


*************


Ευχαριστούμε τον Γιώργο Πολυμενάκο γι' αυτήν την πολύ σημαντική παρουσία του στο blog..

*************


barboutsala - " Ον δη ροκς "

 
..έχει κατηγορηθεί για φτηνό, γυμνασιακό χιούμορ..
έχει εισπράξει απίστευτες ύβρεις λόγω των αποκαθηλωτικών - "δε μασάω τα λόγια μου" σχολίων του..
έχει αποποιηθεί και αποκηρύξει τη σοβαροφάνεια ενώ με το ιδιαίτερο χιούμορ και τους συμβολισμούς του
 λέει τα πιο σοβαρά πράγματα..
"πέφτουν" γερά στοιχήματα ανάμεσα στα μέλη του stixoi.info για την ταυτότητα, το φύλο 
και την πόλη από την οποία "εκπέμπει"..

στα ίχνη του Amsterdemon - πρώτου διδάξαντος του είδους..

ο  "φυτρώσαμε απ' τ' αυγό μας"  ή αλλιώς γνωστός ως " barboutsala "..
[εγώ θα τον λέω  panteleimona (παντελεήμονα - ο τους πάντες και πάντα ελεεί), για να συνεννοούμαστε]..

......................................................................


Ον δη ροκς

     

Το βουνό ξύπνησε νωρίς
Πήρε δυο σύννεφα κι άρχισε να ξεσκονίζει

Έψαξε μετά στη ντουλάπα να βρει κάτι να φορέσει
Πάλι πάχυνα, μονολόγησε
Τίποτα δε μου κάνει
Χτένισε τα λιγοστά δεντράκια του

Έκανε και χωρίστρα στ’ αριστερά
Και περίμενε
Έβαλε ένα ποτό να χαλαρώσει

Ον δη ροκς φυσικά
Και περίμενε
Πέρασε κάμποση ώρα
Το ποτό τέλειωσε
Οι πέτρες παρέμειναν πέτρες
Και το βουνό, βουνό
Όταν άκουσε φωνές δεν πρόλαβε να χαμογελάσει
Κάτι αρματωμένα σχολιαρόπαιδα τριγυρίζαν στο κεφάλι του
Φαγούρα
Προφήτης ουδείς και πουθενά


        

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Μάνος Πάνου - " Α π α ξ ί ω σ η "




Ήσυχα, απλά και ήρεμα
Γύρισε και μου είπε
Ότι ήμουν ηθικός στην ζωή μου
Από φόβο μπρος στην εξουσία

Κι εγώ που έφερα την ζωή μου ως εδώ,
έχοντας ένα, δικής μου έμπνευσης, σύστημα αξιών
Κι εγώ που ξέρω
Κι εγώ που υπέφερα μόνος μου
ακροβατώντας ανάμεσα σε πολλούς άγνωστους κόσμους
και φοβίες


Τώρα που τελείωσε η παράσταση
Όχι μόνο ούτε ένα χειροκρότημα
Αλλά και μια απόλυτη σιωπή

Η πλήρης απαξίωση του ερασιτέχνη ακροβάτη

Να τι εισπράττω

Καθώς αποσύρομαι στο παρασκήνιο
Και στον εαυτό μου
Να συνεχίσω τις πρόβες

Χριστίνα Γεραλή - " Υ π ε ρ β α τ ι κ ά "



Για κάθε μια γενιά
κι ένας σταυρός
που δεν αίρει καμμιά αμαρτία

Κι εμείς, με θαυμαστή τόλμη
ψηλαφίσαμε τρομερές αναρριχήσεις
σε αναμέτρηση με το κενό
που από νωρίς,τη Μία αχτίδα γυρεύοντας
μας πλεύρισαν τα ερέβη

Καρδιά αποκομμένη - πνεύμα αποκομμένο
Λεπτές ανάσες ενταφιάστηκαν σε ληκύθους

Αξιέραστα πρωϊνά θυσιάστηκαν
σε εξιχνιάσεις εγκλήσεων

Σε πολύπτυχες λέξεις
αποσιωπήθηκαν αινίγματα
για ανατρεπτικούς ανατόμους


Φίλε μου, πού να σε κρύψω - ίαμα και φως
Σε ποια νηφάλια εκδίκηση , τ' αδύνατα να γίνουν δυνατά
Σε ποια αψίδα και σε ποια κατάνυξη να συναντηθούμε
Σε ποιο καταφύγιο να διασώσουμε τα χαμένα και τα ποθητά

...Είναι αδύνατο να συναγωνιστώ μία νεκρή...

Γιώργος Πολυμενάκος - " Αργά, πολύ αργά τη νύχτα "



Αργά, πολύ αργά τη νύχτα,
οι δρόμοι επιτέλους αδειάζουν.
Απομένουν μονάχα
οι μεθυσμένοι οδηγοί
και τα γνώριμα ερπετά,
κάτω από τα φεγγάρια
του δημοτικού φωτισμού..
τότε
διαλέγουμε
την κατάλληλη στιγμή,
ανάμεσα στα περάσματα
των περιπόλων
και κάνουμε την εμφάνιση μας,

πάνοπλοι :

ανεμίζοντας
τα αυτόματα των κραυγών,

απασφαλίζοντας
τα περίστροφα της γιορτής,

κραδαίνοντας
τα σπαθιά της αυπνίας.

Απολαμβάνοντας
τη μικρή χαρά,
ότι, αν μη τι άλλο,
διαταράξαμε
την κοινή ησυχία…

Αλεξάνδρα Θεοχάρη - " Οι κωδικοί μου "



(  Για όλους τους βαθιά κρυμμένους κωδικούς...και τα μυστικά που κρατούν επτασφράγιστα...)
    

Οι κωδικοί μου δεν σπαν..ρωμαλέοι
η καρδιά μου μπορεί..με αρετή
τα γόνατα εύψυχα..δε λυγίζουν
η αντοχή μου εκεί..με αλκή

Όμως..Τα ρόδα αγκαλιάσαμε
τα σ' αγαπώ μακάβρια
αγγέλους κατεβάσαμε
και στις ψυχές αγκάθια.

Κάναμε πόλεμο γλυκό
γι' αυτήν την προβολή μας
μα έχουμε αλίμονο
το Εγώ για δύναμή μας

Πολλά βιβλία ανοίξαμε
μπερδέψαμε τις λέξεις
στα σύννεφα πετάξαμε
μα τη ζωή μας παίζεις

Με χάντρες τα οπλίσαμε
τα Δεν σου και τα Ύστερα
που την καρδιά σκορπίσανε
στου πόθου τα εφήμερα..

Aνδρέας Ζερμπίνος - " Λ ί γ ο " (Καημός)




Αγάπη μυστική στην πόλη
κανείς δεν ξέρει κι είναι όλοι
συμμέτοχοι σ' ό,τι συμβαίνει
κι ο πυρετός μου ανεβαίνει.
Εσύ ξεχνάς πως έχεις σπίτι
κι εμένα φώναξαν "αλήτη",
δεν έχω ενοχές νομίζω
γι αυτό την πλάτη τους γυρίζω.

Τα ψίχουλα που μου προσφέρεις
όταν θα φύγεις να το ξέρεις
θα τα μαζέψω ένα-ένα
πως ήσουνα μαζί μου "ξέχνα'.

Αγάπη μυστική, Αθήνα,
τώρα που νύχτωσε ξεκίνα
τα φώτα Πειραιώς σημεία
εγώ με σένανε χημεία.
Ξεχνάς το σπίτι σου και τρέχεις
φωνάζεις: 'λίγο, πώς τ' αντέχεις;"
Εγώ το λίγο ευλαβούμαι
και μην αργήσεις να τη βρούμε.

Πελαγία Σ. Κουκίδου - " Σ υ σ τ ά σ ε ι ς "

    



το χέρι που αγάπησα
το χέρι που έκλεισα στο δικό μου
το χέρι που έσφιξα
το χέρι που φίλησα

αυτό το λατρεμένο χέρι

με χτύπησε

όχι να με πονέσει
απλά να συστηθεί ...

Γιάννης Στεργιόπουλος - " Το σιωπηλό πάρκο "



Κλάδευε ο θεός τα δένδρα
με μια άπιαστη αχτίδα,
μες το πάρκο μόνος περπατάει.
Μια δισταχτική αχτίδα
που το φως τη λευτερώνει,
μ' έξαλλη συμπάθεια πελεκάει.

Μ' ικανοποιημένη τρυφερότητα,
ξάπλωνε απαλά τους σκούρους
τους κορμούς στον ουρανό.
Μες το σιωπηλό το πάρκο,
μπρος την κεντρική εξέδρα
βιαστικά στο στόμα με φιλάει,
το τρεμουλιαστό του το περίγραμμα
φώτισε το δανεικό μου χαμόγελο.

Τραβώ επιτήδεια
κοντά μου το φως του,
θεατρικός χαριεντισμός,
ξέρω θα γυρνάω μοναχός.

Εστησε ο καιρός ενέδρα
σε πορείες ξεφτισμένες,
ο ανελέητος καθρέφτης σπάει.
Κι ο ουράνιος διαβάτης
στη μισάνοιχτη την πόρτα,
στέκει και γλυκά με χαιρετάει.

Οι δικαιολογίες για τα πάθη μου
σαν λεκές παλιάς εικόνας
που έσβησε το πρόσωπο.

Στήλη επιτύμβια
χαϊδεύει το φως του,
ιδανικός ο στολισμός.
Δεύτε τελευταίος ασπασμός.

   

Γιώργος Δημακάκος - " Μια χούφτα μαύρη γύρη "



Είδα τον ήλιο μες στο χθες, μπροστά μου μόνο νύχτα
Μην μου δανείσεις ενοχές, από παιδί τις βρήκα

Είμαι μικρός για να με δεις, μεγάλος να με νοιώσεις
Μέσα μου κρύβω θάλασσες, θα φύγω πριν με σώσεις

Βάλε να πιω λευκό κρασί, τον πόνο μου ν’ αγιάσεις
Δεν σ΄ έχω δει ποτέ να κλαις και ξέχασες ν΄αλλάξεις

Μ’ έκανες κι έμεινα πιστός, σαν την ψυχή που λαχταράει να σωθεί
Και συ για πάντα ένας θεός, που απ’ τα λάθη μου μαθαίνει κι επιζεί

Πως να γυρέψω λίγο φως, όταν το βλέμμα μου ραγίζει στη σιωπή;
Μέσα στο τίποτα κενός κι είναι ο θάνατος ελπίδα και γιορτή

Μαζί γυροβολήσαμε στου κόσμου το σεργιάνι
Εσύ έμοιαζες άφθαρτος κι εγώ φθηνό σκαρί
Το όνομά μου βάπτισες στης θάλασσας το λάδι
για να θυμούνται κάποτε το σκυθρωπό παιδί

Μα’ ρθε ο βοριάς και χόρεψε σ’ αυτό το πανηγύρι
Σ’ αγκάλιασε, σε φίλησε και δάκρυσε κι αυτός
Σ’αυτό που ήσουν πάντοτε, μια χούφτα μαύρη γύρη
σε σκόρπισε μιαν άνοιξη στης λήθης τον βυθό....

Παναγιώτης Θ. Τουμάσης - " Όταν ξανάρθουνε τα ποιήματα "



Όταν ξανάρθουνε τα ποιήματα,   
θα τα δεχτώ καθώς τούς πρέπει,
σαν ακουστούν απέξω βήματα,
τους έχω, και τροφή, και σκέπη.

Θα μπούνε μέσα στο σαλόνι μου,
λίγο μετά που θα ’χεις φύγει
λέγοντας πως, «θα ζήσω μόνη μου»,
σάμπως αυτό για σε να επείγει.

Τίγκα οι βαλίτσες τους κι οι σάκοι τους,
θα ’ναι με στίχους απ’ τα ξένα
και θα κοιτώ σαν τους κατάκοιτους,
να τους αδειάζουν έναν-ένα.

Και να τους βάζουν στο ντουλάπι μου,
κει που ’ταν τα δικά σου ρούχα,
πόσο θα θύμωνες, αγάπη μου,
μ’ όλον τον έρωτα που σού ’χα.

«Ποτέ τους δε μάς δώσαν χρήματα»,
λες κάθε μέρα μετά λύπης,
όταν ξανάρθουνε τα ποιήματα,
θα ’ναι καλύτερα να λείπεις.

Βασίλης Μάρκου - " Υπόγεια ύδατα "



Καινούργια νερά
στους υπονόμους της νύχτας.
Σηκώνουν μεγάλο κύμα.
Πλένουν πολλοί,
απόψε,
τα χέρια τους
και οι στραγγαλισμοί
ταξιδεύουν στα τυφλά,
ακούγοντας
και το παραμικρό όνειρο
να κοχλάζει
στο "...αν γινόταν αλλιώς",
χωρίς να μπορούν
ν' ανοίξουν μιά τρύπα
στη μαύρη οθόνη των πεπραγμένων.

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Duolinguo.com


..Ευχαριστώ θερμά τον Alex που μου το έστειλε..





Βασιλης Σπανογιαννης - " Τώρα "

..γραπτό που δεν φείδεται ειλικρίνειας και σκληρότητας.. 
..............
..ο Σαντ αρνείται να είναι ο πλησίον μου
γιατί δεν ήταν αρκετά κοντά στην ίδια του την κακία για να συναντήσει εκεί τον πλησίον του..

Ζακ Λακάν
..................

Τώρα



Τώρα κατάλαβα πως είμαι κακός
- κινηματογράφος γκρανγκινιολικός
Τρέξαν μυαλά απ' τα νεφρά
- ούρα τεφρά

Νοήθηκα τη μάνα μου να πνίξω
- την πράξη μου να φρίξω
Σε λόγια εσώτερα πιστός
- καρδιά και χέρια ο ιστός

Τώρα ο άνεμος φυσά
Τώρα ο άλλος μου λυσσά
Τώρα ζωή χωρίς μισά



Βασίλης Σπανογιάννης


Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Νίκη Λινάρδου (1939 - 2012)


Να προσθέσουμε και το δικό μας αντίο..καλό της ταξίδι....










634

Παναγιώτης Κων. Μητροπέτρος

Σήμερα, έχω τη χαρά και την τιμή να φιλοξενώ έναν Μεγάλο Δάσκαλο..
Τον  Καθηγητή Φιλόλογο - Ερευνητή, Νομικό, Παναγιώτη Κων. Μητροπέτρο
ο οποίος έχει διατελέσει και Λυκειάρχης του 1ου Λυκείου  Κερατσινίου
και με την επίβλεψη του οποίου γράφτηκαν από τους μαθητές του

και εν συνεχεία εκδόθηκαν τέσσερα σπουδαία βιβλία :

1/ "ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ" 1998

Ομάδα Μελέτης Ελλήνων Συγγραφέων - NEMECIS - 1ο Λύκειο Κερατσινίου -

 Πλάτων εν Κερατσινίω : προσεγγίσεις στον Πλάτωνα - Αθήνα : Fabelsound, 1999

2/  "ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ" είχε εκδοθεί σε ηλεκτρονική μορφή από το περιοδικό «Νέμεσις» με τίτλο: «Αριστοτέλης εν Κερατσινίω».

3/  "ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟ" 


4/ "ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΛΟΓΙΚΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ".

1/o Λύκειο Κερατσινίου,
Ομάδα Μελέτης Ελλήνων Συγγραφέων,
Επιβλέπων : Παναγιώτης Κων. Μητροπέτρος

............................

Με αφορμή τη φράση  "Όλβιος όστις της ιστορίας έσχε μάθησιν"
και την λανθασμένη απόδοσή της στα νεοελληνικά,
που συναντώ συχνά σε ηλεκτρονικά και έντυπα άρθρα..


Ο λόγος στον Δάσκαλο :

............................




Ο  ΥΜΝΟΣ   ΤΟΥ   ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΥ   ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Φίλες και Φίλοι,
Στην νεοελληνική απόδοση της εν θέματι φράσεως "Όλβιος όστις της ιστορίας έσχε μάθησιν" διαπιστώνεται ένα σχεδόν καθιερωμένο μεταφραστικό λάθος, που περνά σχεδόν απαρατήρητο. Προς αποκατάσταση του αληθούς νοήματος της φράσεως, αλλά και προς γνώση ολόκληρου του ευριπίδειου αποσπάσματος, στο οποίο η φράση αυτή ανήκει, σας στέλνω το συνημμένο έγγραφο με τις σκέψεις μου. 
Σας παρακαλώ, ενημερώστε και τους φίλους σας. Είμαστε ο μόνος λαός που προσδιορίσαμε την ΑΛΗΘΕΙΑ, όχι καταταφατικά, όπως οι άλλοι λαοί (veritas, truth, Wahrheit), αλλά αποφατικά ως έλλειψη λάθους ( "α" στερητικό + λάθος). 
 Παναγιώτης Μητροπέτρος  
Ο  ΥΜΝΟΣ   ΤΟΥ   ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΥ   ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
(Με αφορμή ένα μεταφραστικό λάθος, που περνά εν πολλοίς απαρατήρητο)
 1. Σχεδόν όσοι θέλουν να τονίσουν την αξία της γνώσεως της ιστορίας – και πολύ καλά κάνουν - παραθέτουν τους εξής στίχους του Ευριπίδη:
" Ὄλβιος ὅστις ἱστορίης ἔσχεν μάθησιν "
τους οποίους και αποδίδουν στην νεοελληνική γλώσσα ως εξής:
[Ευτυχής είναι εκείνος που γνωρίζει την ιστορία].
 2. Αυτή βεβαίως η απόδοση είναι εντελώς λανθασμένη και δεν ταιριάζει καθόλου με το νόημα της ευριπίδειας φράσεως, στην οποία ανήκει και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος.
 3. Δεν είναι ασφαλώς κακό να γνωρίζουμε την ιστορία. Σήμερα μάλιστα η γνώση της είναι πιο αναγκαία από κάθε άλλη εποχή, σε πείσμα όσων θα επιθυμούσαν να αφαιρέσουν την διδασκαλία της από τα Σχολεία και να προκαλέσουν την απώλεια της εθνικής μας μνήμης και συνειδήσεως. Απλώς ο Ευριπίδης στο υπό εξέταση απόσπασμα δεν εννοεί αυτό, που εννοούν αυτοί, που εξ αγαθού συνειδότος  επικαλούνται τα λόγια του.
 4. Συγκεκριμένα, η λέξη «ἱστορία» παράγεται από το «ἵστωρ» και αυτό με την σειρά του από το ασθενές θέμα του ρήματος «οἶδα» [γνωρίζω] και έχει τις ακόλουθες σημασίες: το μανθάνειν κατόπιν ερεύνης ‖ γνώση ή πληροφορία, την οποία λαμβάνει κάποιος ερευνώντας και εξετάζοντας ‖ αφήγηση του δι’ ερεύνης μανθανομένου πράγματος ‖ διήγηση ‖ εξιστόρηση[1].
Όπως βλέπουμε, η βασική σημασία της λέξεως «ἱστορία» είναι η μάθηση κάποιου πράγματος κατόπιν ερεύνης. Μόνον αργότερα η λέξη έλαβε την σημερινή σημασία της, δηλαδή της «εξιστορήσεως γεγονότων» καθώς και της επιστήμης της «ιστορίας».
 5. Το μεταφραστικό λάθος λοιπόν οφείλεται σε δύο λόγους: πρώτον, στο ότι κάποιοι θεωρούν ότι η λέξη «ιστορία» σημαίνει μόνον την «γνώση του παρελθόντος» και τίποτε άλλο∙ και δεύτερον, στο ότι δεν λαμβάνουν υπ΄ όψη τους, όπως οφείλουν,  το σύνολον  του σωζομένου αποσπάσματος του Ευριπίδη.
 6. Το Απόσπασμα 910 λοιπόν, που αποτελεί τμήμα κάποιου χορικού από  άγνωστο ή τουλάχιστον αταύτιστο έργο του Ευριπίδη, εκφράζει την γνώμη του ποιητή για το ποιος είναι ο πραγματικά «ὄλβιος». Είναι αυτός που έχει πολλά υλικά αγαθά και πολλά πλούτη (άλλωστε «ὄλβος» σημαίνει «πλούτος») ή αυτός που με την έρευνά του κατανοεί την αιώνια τάξη του κόσμου, χωρίς να επιδιώκη το κακό των συνανθρώπων του;  Στην πραγματικότητα το απόσπασμα 910 είναι ένας ύμνος στο ερευνητικό πνεύμα των Προσωκρατικών Φιλοσόφων (Θαλή, Αναξιμάνδρου, Αναξιμένους, Ηρακλείτου, Ξενοφάνους, Παρμενίδου, Ζήνωνος, Μελίσσου, Εμπεδοκλέους, Αναξαγόρα, Λευκίππου, Δημοκρίτου και τόσων άλλων) που με μοναδικό όπλο την νόησή τους εισέδυσαν στα μυστικά του σύμπαντος και φωτίζουν έκτοτε την ανθρωπότητα μέχρι και σήμερα. Το απόσπασμα 910 είναι μία ευλαβική εξύμνηση της Φιλοσοφίας και της Επιστήμης από την Τέχνη.
 7. Το συνολικό Απόσπασμα 910 και η νεοελληνική απόδοσή του έχει ως εξής:
 ὄλβιος ὅστις τῆς ἱστορίας
ἔσχε μάθησιν,
μήτε πολιτῶν ἐπὶ πημοσύνην
μήτ’ εἰς ἀδίκους πράξεις ὁρμῶν,
ἀλλ’ ἀθανάτου καθορῶν φύσεως
κόσμον ἀγήρων, πῇ τε συνέστη
καὶ ὅπῃ καιὶ ὅπως.
τοῖς δὲ τοιούτους οὐδέποτ’ αἰσχρῶν
ἔργων μελέδημα προσίζει.[2]. 
[Πραγματικά πλούσιος είναι εκείνος που διδάχθηκε πως να ερευνά συστηματικά
τον κόσμο, χωρίς
να επιδιώκη την συμφορά των συμπολιτών του και χωρίς
να επιδίδεται σε άδικες πράξεις, αλλά
συλλαμβάνοντας με την νόησή του την αγέραστη κοσμική τάξη της
αθάνατης φύσεως, με ποιον τρόπο αυτή δημιουργήθηκε
και για ποιον σκοπό και πώς ακριβώς.
Στο μυαλό τέτοιου είδους ανθρώπων
ουδέποτε προσκολλάται η μέριμνα για
αισχρές πράξεις].
                                                                  Παναγιώτης Κων. Μητροπέτρος

[1] Ιω. Σταματάκος, Λεξικόν  Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήναι, 1949,  αντίστοιχα λήμματα.
[2] Ευριπίδης, Fragmentum  910. [AVGUSTUS NAVCK, 1889, TRAGICORUM GRAECORUM FRAGMENTA. LIPSIAE, TEVBNER.]