Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Βασίλης Σπανογιάννης - " Δεσποινίς ενυδρίς "



Σε γνώρισα στη Γατουλέτα
την πόλη τη φανταστική των γάτων
μα εσύ ήσουν ενυδρίς

- έτριβες τα πατώματα
μέχρι τα νύχια να γλυστρίσουν στο παρκέ

Ανάμεσα σε όλους υδρόβια
με τάληρο μοιάζεις στο ασήμι
και στην πλευρά του ψύχους, λαμπαδιάζεις, Ερμιόνη..


Βασίλης Σπανογιάννης








Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Álvaro de Campos ( Fernando Pessoa ) - Το Καπνοπωλείο - Tabacaria


216_2310-fernando-pessoa[1] Περίπου 7 χρόνια πριν τον θάνατό του από κίρρωση του ήπατος, ο Πεσσόα γράφει στις 15-01-1928 ένα από τα πλέον συγκλονιστικά, ευαίσθητα, τραγικά, αυτοψυχαναλυτικά,  περιεκτικά (κλπ, κλπ, κλπ) ποιήματα(?) που έχουν ποτέ γραφεί.
Πάνω από το διπλάσιο του ίδιου χρόνου σε ώρες, χρειάστηκε ο γράφων για να μεταφέρει στην ελληνική γλώσσα τον ασύλληπτο (και σε δυσκολία) τρόπο γραφής και σκέψης του Πορτογάλου, δαμάζοντας τον ατίθασα ελεύθερο και παιγνιώδη στίχο του, με συνεχείς (χριστέ μου! lol) αναφορές στο πρωτότυπο πορτογαλικό κείμενο καθώς και σε ποικίλλες άλλες μεταφράσεις (πλην της ελληνικής, που στο ακέραιο, αν δεν κάνω λάθος, ακόμα εκλείπει – αλλά και να υπάρχει, ποιός κάθεται να ταλαιπωρείται με πνευματικά δικαιώματα, ε?) τόσο ώστε το τελικό αποτελέσμα να προσεγγίζει όσο είναι δυνατόν το πρωτότυπο.



Não sou nada.
Nunca serei nada.
Não posso querer ser nada.
À parte isso, tenho em mim todos os sonhos do mundo.

Ελπίζω να άξιζε τον κόπο η προσπάθεια.


{* Η μετάφραση είναι του Dr.Kameleon, ακολουθεί πιστά το πρωτότυπο και η μικρού μεγέθους γραμματοσειρά έχει σκοπό να διατηρήσει αναλλοίωτη τη δομή του ποιήματος όπως την είχε εμπνευστεί ο ίδιος ο Πεσσόα}


Φερνάντο Πεσσόα - Fernando Pessoa - (Álvaro de Campos) - ( 1888-1935)

Το Καπνοπωλείο - Tabacaria



Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα’ μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να’ μαι τίποτα.
Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου.
Παράθυρα της κάμαράς μου,
Μιας κάμαρας, στα εκατομμύρια του κόσμου, που κανείς δεν γνωρίζει ποιά είναι,
(Κι αν την ήξεραν, τι θα ήξεραν ;),
που βλέπει στο μυστήριο ενός δρόμου γεμάτου περαστικούς.
Σ’ ένα δρόμο απροσπέλαστο για όλες μου τις σκέψεις.
Πραγματικό, απίθανα πραγματικό, βέβαια, αβέβαια βέβαιο.
Με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα,
Με τον θάνατο που υγραίνει τους τοίχους και ασπρίζει τα μαλλιά των ανθρώπων.
Με το Πεπρωμένο που σέρνει την άμαξα των πάντων, μέσα από το δρόμο του τίποτα.
Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη απ’το να πω ένα αντίο, 
αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου 
να γίνονται μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νέυρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν.
Σήμερα είμαι συγχυσμένος, σαν κάποιος που αναρωτήθηκε, ανακάλυψε και ξέχασε.
Σήμερα είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη μου,
στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου
και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματός μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο.
Απέτυχα σε όλα.
Μη έχοντας κανέναν σκοπό, ίσως πράγματι όλα να ήταν ένα τίποτα.
Γνωρίζοντας τι έχω,
γλίστρησα από το παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού,
κι ύστερα ξεχύθηκα στον κάμπο με προσδοκίες μεγάλες,
αλλά δεν βρήκα παρά δέντρα και χόρτα,
κι όταν υπήρχαν άνθρωποι δεν ήταν παρά ίδιοι μ’ όλους τους άλλους.
Απομακρύνομαι μ’ ένα βήμα απ’ το παράθυρο και κάθομαι στην καρέκλα. 
Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα ;
Πώς να ξέρω ποιός θα γίνω, εγώ που δεν γνωρίζω ποιός είμαι ;
Να γίνω αυτός που πιστεύω πως είμαι ; Αλλά πιστεύω τόσα πράγματα!
Κι υπάρχουν τόσοι που νομίζουν πως είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα – δεν γίνεται!
Ιδιοφυής ; Αυτή τη στιγμή,
Εκατό χιλιάδες εγκέφαλοι ονειρεύονται πως είναι ιδιοφυείς, όπως κι εγώ,
Κι η ιστορία δεν θα καταγράψει, ποιός ξέρει ;, ούτε έναν,
και τίποτα παρά κοπριά δεν θα απομείνει από τις μελλοντικές τους επιτυχίες.
Όχι, δεν πιστεύω σ’ εμένα.
Σε κάθε τρελοκομείο, υπάρχουν διαταραγμένοι τρελοί με τόσες πολλές βεβαιότητες!
Εγώ, που δεν έχω καμία βεβαιότητα, είμαι περισσότερο ή λιγότερο εχέφρων ;
Όχι, ούτε καν σ’ εμένα.
Σε πόσες σοφίτες και μη-σοφίτες στον κόσμο,
δεν υπάρχουν αιθεροβάμονες της ευφυίας ;
Πόσες εμπνεύσεις υψηλές και ευγενείς και διαυγείς –
- ναι, αληθινά υψηλές, ευγενείς και διαυγείς –
Και, ποιός ξέρει, ίσως εφικτές,
δεν θα αντικρίσουν ποτέ το φως του αληθινού ήλιου, μήτε θα ακουστούν από ανθρώπινα αυτιά ;
Ο κόσμος είναι γι’ αυτούς που γεννήθηκαν να τον κατακτήσουν,
κι όχι γι’ αυτούς που ονειρεύονται πως το μπορούν – ακόμη κι αν έχουν δίκιο.
Ονειρεύτηκα περισσότερο απ’ όσο κατόρθωσε ο Ναπολέων,
Άνοιξα την καρδιά μου στην ανθρωπότητα περισσότερο απ’ το Χριστό.
Συνέγραψα κρυφά φιλοσοφίες που κανένας Καντ δεν κατάφερε να γράψει.
Αλλα είμαι, κι ίσως να είμαι και για πάντα,  αυτός που βρίσκεται στη σοφίτα,
ακόμα κι αν δεν ζω σε μιά.
Θα είμαι πάντα εκείνος που δεν γεννήθηκε γι’ αυτό.
Θα είμαι πάντα εκείνος που είχε προσόντα.
Θα είμαι πάντα εκείνος που περίμενε ν’ ανοίξει μια πόρτα σ’ έναν τοίχο δίχως πόρτες.
Και τραγούδησε το τραγούδι του απείρου σ’ ένα κοτέτσι.
Κι άκουσε τη φωνή του Θεού σ’ ένα κλεισμένο πηγάδι.
Να πιστέψω σ’ εμένα ;  Όχι, κι ούτε σε τίποτε άλλο.
Ας έλθει η Φύση να χύσει πάνω από το ζεστό μου κεφάλι,
τον ήλιο της, τη βροχή της, τον άνεμο που μου χαιδεύει τα μαλλιά.
Και τα υπόλοιπα που ίσως έρθουν, αν έρθουν, αν πρέπει να έρθουν, ή αν δεν πρέπει,
ας τα κάνει σκλάβους των αστεριών.
Κατακτούμε τον κόσμο, πριν ακόμα σηκωθούμε απ’ το κρεββάτι,
Αλλά ξυπνάμε και είναι αδιαφανής,
Σηκωνόμαστε και είναι ξένος,
Βγαίνουμε από το σπίτι και είναι ολόκληρη η Γη,
κι ακόμα το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας και το Άπειρο.
(Φάε σοκολάτες, μικρή
Φάε σοκολάτες! Πίστεψέ με, πέρα απ’ τις σοκολάτες, δεν υπάρχει άλλη μεταφυσική στον κόσμο.
Πίστεψέ με, όλες οι θρησκείες μαζί δεν σε διδάσκουν περισσότερα από ένα ζαχαροπλαστείο.
Φάε, βρώμικη μικρή, φάε!
Μακάρι να μπορούσα να φάω κι εγώ σοκολάτες με τόση ειλικρίνεια όση κι εσύ!
Αλλά σκέφτομαι, ξετυλίγοντας το ασημένιο περιτύλιγμα καμωμένο από κασσίτερο,
Το πετάω στο έδαφος, όπως έκανα και με τη ζωή μου.)
Τουλάχιστον μένει από τη νοσταλγία αυτού που ποτέ δεν θα είμαι,
Η βιαστική καλλιγραφία αυτών των στίχων,
Ένα μπαλκόνι που αγναντεύει το Αδύνατο.
Τουλάχιστον μού μένει για μένα μια περιφρόνηση δίχως δάκρυα,
Ευγενής τουλάχιστον στην μεγαλειώδη χειρονομία μου,
πετάω τα άπλυτα που είμαι εγώ στο πλυντήριο, 
και στην πορεία των πραγμάτων,
μένω στο σπίτι χωρίς πουκάμισο.
(Εσύ, που εφησυχάζεις, που δεν υπάρχεις και γι’ αυτό εφησυχάζεις,
Είτε ελληνίδα θεά, που τη μορφή σου συνέλαβαν σαν ζωντανό άγαλμα,
Ή αλλιώς ρωμαίε πατρίκιε, αδύνατε ευγενή και επιβλαβή,
Ή πριγκήπισσα που σε τραγουδούν οι τροβαδούροι, η πιο πολύχρωμη και γοητευτική,
Ή μαρκησία του 18ου, ψηλομύτα και απόμακρη,
Ή διάσημη κοκότα των χρόνων των γονιών μας,
Ή σύγχρονη – ειλικρινά δεν ξέρω τι –
Όλο αυτό, ό,τι κι αν είναι, δώσε την έμπνευσή σου!
Η καρδιά μου είναι ένας αναποδογυρισμένος κάδος.
Όπως αυτοί που καλούν πνεύματα, καλούν πνεύματα – 
καλώ εμένα και δεν βρίσκω τίποτα.
Πηγαίνω στο παράθυρο και παρατηρώ το δρόμο με απόλυτη ακρίβεια.
Βλέπω τα μαγαζιά, τους διαβάτες, τις άμαξες που περνούν,
Βλέπω τα ενδεδυμένα έμβια όντα να διασταυρώνονται
Βλέπω τα σκυλιά που υπάρχουν εξίσου
Και όλο αυτό με βαραίνει σαν μια καταδίκη στην εξορία,
Και όλο αυτό είναι ξένο, όπως και όλα.)
Έζησα, σπούδασα, αγάπησα κι ακόμα πίστεψα,
Και σήμερα, δεν υπάρχει ζητιάνος που να μην τον ζηλεύω, απλά και μόνο γιατί δεν είναι εγώ.
Στον καθέναν διακρίνω τα κουρέλια του, τις πληγές του, το ψέμα,
Και σκέφτομαι : ίσως ποτέ δεν έζησες, ούτε σπούδασες, ούτε αγάπησες, ούτε πίστεψες.
(Γιατί είναι δυνατό να πλάσεις όλων αυτών την πραγματικότητα, δίχως να κάνεις τίποτα εξ’ αυτών)
Ίσως έχεις μόλις και μετά βίας υπάρξει, σαν μια σαύρα που της έκοψαν την ουρά,
κι η ουρά της, αυτονομείται από τη σαύρα, σαλεύοντας με φρενίτιδα.
Αυτό που έκανα στον εαυτό μου, δεν το ήξερα.
Κι ό,τι μπορούσα να τον κάνω, δεν το έκανα.
Το ντόμινο που φόρεσα ήταν ολότελα λάθος,
Με πέρασαν από μακρυά για κάποιον άλλον, δεν το αρνήθηκα και χάθηκα.
Σαν θέλησα να βγάλω τη μάσκα,
είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου.
Κι όταν την έβγαλα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
Είχα ήδη γεράσει.
Ήμουν μεθυσμένος, και δεν ήξερα πια πώς να φορέσω το κοστούμι 
το οποίο ποτέ μου δεν είχα βγάλει.
Πέταξα μακρυά τη μάσκα και κοιμήθηκα στο βεστιάριο.
Σαν ένα σκυλί που το ανέχεται η διεύθυνση
Γιατί είναι άκακο.
Και θα γράψω αυτήν εδώ την ιστορία για ν’ αποδείξω πως είμαι υπέροχος.
Μουσική των άχρηστων στίχων μου,
Μόνο να μπορούσα να σε δω σαν κάτι που είχα φτιάξει,
αντί να συνεχίσω ν’ αντικρίζω το Καπνοπωλείο στην άλλη μεριά του δρόμου,
Η συνείδηση της ύπαρξής μου που κουρνιάζει στα πόδια μου,
Σαν ένας τάπητας καμωμένος από μεθύστακες,
Ή ένα χαλάκι που έκλεψαν τσιγγάνοι και δεν αξίζει τίποτα.
Αλλά ο Ιδιοκτήτης του Καπνοπωλείου ήρθε στην πόρτα και στέκεται εκεί.
Τον κοιτάζω με την δυσφορία ενός μισογυρισμένου κεφαλιού,
Συνδυασμένη με τη δυσφορία μιας μισο-κενης ψυχής.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω.
Θ’αφήσει το σημειωματάριό του, θ’αφήσω τους στίχους μου.
Η επιγραφή του στο τέλος θα πεθάνει, όπως και τα ποιήματά μου.
Και στο τέλος θα πεθάνει κι ο δρόμος όπου βρισκόταν αυτή η επιγραφή,
Όπως κι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα ποιήματα.
Κι ύστερα θα πεθάνει κι ο στροβιλιζόμενος αυτός πλανήτης στον οποίον συνέβησαν όλα αυτά.
Σε άλλους δορυφόρους άλλων συστημάτων , κάτι σαν άνθρωποι,
Θα συνεχίσουν να φτιάχνουν κάτι-σαν-ποιήματα, και να ζούν κάτω από κάτι-σαν-επιγραφές.
Πάντα το ένα πράγμα αντίκρυ στο άλλο,
Πάντα το ένα πράγμα εξίσου άχρηστο με το άλλο,
Πάντα το αδύνατο τόσο ηλίθιο όσο η πραγματικότητα,
Πάντα το μυστήριο του βάθους, τόσο αληθινό όσο η σκιά του μυστηρίου στην επιφάνεια.
Πάντα αυτό ή πάντα το άλλο, ή ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
Αλλά κάποιος μπήκε στο Καπνοπωλείο (για ν’αγοράσει καπνό ;)
Κι η υπαρκτή πραγματικότητα ξαφνικα με κατακεραυνώνει.
Μισοσηκώνομαι στα πόδια μου – μ’ ενέργεια, βέβαιος για τον εαυτό μου, ανθρώπινος –
Και θα προσπαθήσω να γράψω αυτούς τους στίχους για να ισχυριστώ το αντίθετο.
Ανάβω ένα τσιγάρο, καθώς σκέφτομαι να τους γράψω.
Και σ’ αυτό το τσιγάρο γεύομαι την απελευθέρωσή μου από κάθε σκέψη.
Ακολουθώ τον καπνό σαν να ήταν το δικό μου ίχνος.
Και απολαμβάνω για μια ευαίσθητη και επαρκή στιγμή,
Την απελευθέρωσή μου από κάθε εικασία
Και την επίγνωση ότι οι μεταφυσικές είναι η παρενέργεια του να μην αισθάνομαι καλά.
Έπειτα, αφήνομαι πίσω στην καρέκλα
Και συνεχίζω να καπνίζω.
Όσο μου το επιτρέπει το πεπρωμένο, θα συνεχίζω να καπνίζω.
(Αν παντρευόμουν την κόρη της πλύστρας μου,
θα μπορούσα να είμαι εφικτά ευτυχισμένος.)
Δεδομένου αυτού, σηκώνομαι και πηγαίνω προς το παράθυρο.
Ο άντρας βγήκε απ’ το καπνοπωλείο (βάζει τα ρέστα στην τσέπη του ;)
Α, τον γνωρίζω : είναι ο Εστέβες, δίχως μεταφυσικές.
(Ο Καπνοπώλης ήρθε στην πόρτα.)
Ορμώμενος θαρρείς από κάποιο θείο ένστικτο, ο Εστέβες γύρισε και με είδε.
Με χαιρέτησε, και φώναξα κι εγώ από μακρυά "Γειά σου, Εστέβες!" 
και το σύμπαν ανασυγκροτήθηκε μέσα μου, χωρίς ιδανικά ή ελπίδα
και ο Καπνοπώλης χαμογέλασε.
Álvaro de Campos ( Fernando Pessoa )
 http://nest.drkameleon.com/%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7/%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1/%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%80%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF-tabacaria.html
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF_%CE%A0%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1 
 http://www.greekbooks.gr/pessoa-fernanto.person
........................
http://hyperperfo.wordpress.com/2008/11/29/bureau-de-tabac/ 
..........................
Το Καπνοπωλείο έχει μεταφραστεί και από τον Ανδρέα Παγουλάτο, στο πρώτο τεύχος της Νέας Συντέλειας, το οποίο δεν έχω πλέον στην κατοχή μου και δεν το βρίσκω ούτε στο διαδίκτυο για να παραθέσω..
                                                                                                    Χριστίνα Γεραλή
 http://www.u-topia.gr/authors/pagoulatos
.........................

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Lawrence George Durrell (Λώρενς Ντάρελ) - Ένας αιώνας από τη γέννησή του (1912 - 2012)

Η επιστροφή της Ιουστίνης

Από αριστερά προς δεξιά : 
Γιώργος Σεφέρης, Λόρενς Ντάρελ, η σύζυγος του ζωγράφου Διαμαντή,
ο Μορίς Κάρντιφ (συγγραφέας και διευθυντής του Βρετανικού Ινστιτούτου) 
και πίσω του όρθιος ο ζωγράφος Διαμαντής στην Κύπρο το 1953

......................................

Παντζάμπ (Punjab) - Ινδικά Ιμαλάϊα

Στην κυριολεξία σημαίνει "Χώρα των πέντε ποταμών". 
Εδώ, οι ποταμοί Σουλτέτζ, Τζελούμ, Τσενάμπ, Ράβι και Μπέας 
συνενώνονται και σχηματίζουν τον ποταμό Πεντζάμπ, 
αριστερό παραπόταμο του Ινδού.



................................

Τζέραλντ και Λώρενς Ντάρελ




Τα δυο αδέλφια , οι διάσημοι Βρετανοί συγγραφείς Λώρενς και Τζέραλντ Ντάρελ 
ανέπτυξαν ιδιαίτερη σχέση με την Ελλάδα, 
τη φύση της (ιδιαίτερα τα νησιά και δη την Κέρκυρα και την Κύπρο) και τους ανθρώπους της. 
Ο Τζέραλντ
αποτελεί ‘θρύλο’ μεταξύ των Βρετανών φυσιοδιφών μελετητών και αναλυτών πανίδας 
και οικολόγων ακτιβιστών. 
Διάσημο βιβλίο του : ‘Η οικογένεια μου και άλλα ζώα’’ 
(εξαίρετος αυτοσαρκασμός στον τίτλο - ενδεικτικός ξεχωριστού ανθρώπου - 
οφείλω να ομολογήσω)

Ο ήρωας της ανάρτησης Λώρενς είχε πιο ‘ουμανιστική’ κλίση 
και μετά από περιηγήσεις σε διάφορα μέρη 
(μεταξύ αυτών και στη Κέρκυρα που την λάτρεψε και την ύμνησε στο βιβλίο : 
‘‘Η σπηλιά του Πρόσπερου’’) 
εγκαταστάθηκε στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα στην Κύπρο ,
όπου συνδέθηκε μεταξύ άλλων με τον Γ.Σεφέρη 
και τον γνωστό Κύπριο ζωγράφο Αδαμάντιο Διαμαντή. 

Οι κύπριοι τον θυμούνται δυστυχώς με ανάμεικτα (πιο πολύ αρνητικά μάλλον) συναισθήματα,
 γιατί όταν ξέσπασε ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ το 55, 
ο ρόλος του (κυρίως μέσω κατάπτυστων άρθρων περί ‘μπάσταρδων’ και ‘τρομοκρατών’ 
για τα παλληκάρια της ΕΟΚΑ, 
πολλοί από τους οποίους ήταν νεαροί μαθητές του στη Λευκωσία) 
ήταν εξαιρετικά διφορούμενος 
και πολλοί των θεώρησαν ως κατ’ επίφαση και ‘καιροσκόπο’ ‘φιλέλληνα’.
Ο προαναφερόμενος ζωγράφος Διαμαντής έφτασε στο σημείο να αναφωνήσει το περίφημο :
‘God save us from the ‘phillhellenes’.

Βέβαια ο καθείς μπορεί να συμβουλευτεί τις δίκες του πηγές και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα..

Γιώργος Πολυμενάκος - " Το Χρώμα των Ματιών της "




Ευτυχώς
είχε καλά φυλαγμένες τις εικόνες της.  

Πήρε από το ράφι  
έναν από τους πολλούς δίσκους  
με τα αντίγραφα ασφαλείας  
που είχε με επιμέλεια φροντίσει  
να δημιουργήσει  
και τον συνέδεσε στην κεντρική μονάδα.  

Άνοιξε
το πακέτο για να πάρει ένα τσιγάρο
και το πρόγραμμα προβολής εικόνων.

 Έγειρε πίσω στη θέση του  
περιμένοντας  
την πρώτη εικόνα της  
να εμφανισθεί στην οθόνη  

- του μυαλού του -  

Τα εκατομμύρια εικονοστοιχεία
ολοκλήρωσαν σχεδόν αστραπιαία  

τη μορφή της.

Όμως  
κάτι κακό - σχεδόν μοχθηρό -  
συνέβαινε εδώ.  
Το είχε παρατηρήσει  
και τις προηγούμενες φορές  
χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία  
- είχε σκεφτεί  
ότι μπορεί να οφειλόταν  
στον διαφορετικό κάθε φορά  
φωτισμό του γραφείου  
ή σε κάποια αστοχία υλικού -  

αλλά πλέον γινόταν ενοχλητικά ολοφάνερο:  

Οι εικόνες  
όχι μόνο θόλωναν  
αλλά γίνονταν  
και ελαφρώς διαφορετικές

 - ποιο ήταν εν τέλει  
το χρώμα των ματιών της; -  

Πιο κει  

ο Χρόνος  

συνέχιζε  
 να δουλεύει  
ακατάπαυστα 
στο λογισμικό
επεξεργασίας εικόνων.

Ένα εικονοστοιχείο κάθε φορά..

Πελαγία Σ. Κουκίδου - " κυδώνι γλυκό "



(τιμή τρίφτη : δραχμές -6- πριν μισό αιώνα ...!)

 
κλαίγαν σαν τα μαχαίρωσε
του Νοέμβρη τα κυδώνια
κοντά πενήντα χρόνια
στο ίδιο το δεντρί
μ' αυτή τον τρίφτη έπιασε
γρήγορα να τελειώνει
τα δάκρυα να μελώνει
με τόσο υπομονή

στο χέρι της απόμειναν
στο τέλος κουκουτσάκια
και μέσα στα μεράκια
στον τρίφτη τον χρυσό
συγκίνηση πριν φέξει
δραχμές έγραφε έξι
και μαρτυρούσε πάνω
τον αιώνα το μισό

κληρονομιά στο χέρι
του χρόνου το νυστέρι
ο ξύλινος ο τρίφτης
την σάρκα να τρυπά
να κλαίνε τα κυδώνια
που πόνεσαν στα χρόνια
κι αυτή γλυκό να φτιάχνει
στον που δεν αγαπά ...


Ανδρέας Ζερμπίνος ( Ανδρέας Lark ) - " Κίτρινες Μέρες "



  Σκληρό που είσαι φθινόπωρο.
Τα φύλλα δεν σε αντέχουν,
κίτρινο χολερό
του χωρισμού το μπολερό.
Τα παιδιά δεν είναι χαρούμενα πια,
όμως, είναι πολλά τα σταφύλια
κι εγώ αγαπήθηκα με 'χίλια'.
Είναι γλυκιά αυτή η καλοκαιρινή ανάμνηση...

Τελικά θ' αφεθώ στ' άρωμά σου
στο λίγο νερό που ποτίζει την ξερή άσφαλτο.
Πολύ αργότερα θα μας δώσουν και καμιά ελιά.
Είναι γλυκιά αυτή η καλοκαιρινή ανάμνηση... 



Χριστίνα Γεραλή - " 12 "




12*


 

Δεν έχω τίποτ' άλλο

παρά την αθόρυβη πολυτέλεια

να περιέχομαι για ακόμα μια μέρα

στο συνωστισμό της σιωπής των άστρων...
.......................

*12 = ψαλμός


Μάνος Πάνου - " Μ ο ν ό γ ρ α μ μ α "



Τώρα που η γειτονιά σου έγινε στοχασμός του ήλιου
Θαρθώ να στήσω γιορτές
Θαρθώ γυμνός να κατοικήσω την συγκατάβασή σου
Κι εσύ θάσαι δίπλα μου μ' ένα κατάρτι στα μαλλιά
Και μ' ένα γαλάζιο τοπίο ανάμεσα στα μάτια σου.


Είσαι το θεώρημα μέσα σ' ευθείες φωτός.
Είσαι το γεγονός μου.
Σε χάνω στην αντίληψη της μέρας.
Σε ξαναβρίσκω εκεί που μονάζει η άνοιξη.

Ο χρόνος περνά με αμηχανία από μπρος σου.
Κι εσύ του γνέφεις βαστώντας το μονόγραμμα των εποχών μου..


 

Μάγδα Δούκα - " Εαυτόν εκδικήθηκα "



Εαυτόν εκδικήθηκα...
περπατώντας, σε πεδιάδες αβύσσου
ιλαρό προσωπείο, επιφορτίσθηκα
χαιρετώντας, τις πύλες του παραδείσου

εαυτόν εκδικήθηκα...
όνειρα αλλότρια, υιοθετώντας
και ρόλο... αφόβου υπάρξεως, υποκρίθηκα
σε στάση εμβρύου, ριγώντας

εαυτόν εκδικήθηκα...
ζώντας ζωές...άλλων
ωσάν δικές μου, τις οικειοποιήθηκα
με ορμηνία, λάγνων σινιάλων

εαυτόν εκδικήθηκα...
και τον άφησα να πορευθεί, τυχαία
την ίδια τη μοίρα μου, απαρνήθηκα
και συνεχίζω να βαδίζω, λαθραία...



Βασίλης Μάρκου - " Απόψε "



Απόψε,
βρίσκω ξανά
τα δοσμένα φιλιά μου.
Ο χρόνος που πέρασε,
κουλουριάζεται
στο πεσμένο ρούχο.
Κατρακύλησε μαζί του.
Έμεινε
μονάχα το σώμα σου..


Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Βασίλης Σπανογιάννης - " Στο διάβα του.."



..ευγενής, με πολύπλευρη παιδεία αλλά και (ευτυχώς) αντισυμβατικός..
οι συμβολισμοί του σχεδόν πάντα στα όρια του μύθου..
βαθείς, σουρεαλιστικοί και παροιμιώδεις..

..............


" Στο διάβα του.."



Καλή μουσική
δεν έχω μάτια για νερό
ούτε καρδιά για αλκοόλ
την ήσυχη νυχτιά χαζεύω..

καθαρίζω μήλα
αφήνω τα φλούδια στο στήθος σου
το άστρο-γουρούνι να έρθει
τα φώτα αναδεύοντας στο διάβα του..

 
Βασίλης Σπανογιάννης

 .............

..γοητευτικά υπαινικτικό..του έρωτος..
το αποκωδικοποίησα (νομίζω) ανατρέχοντας εδώ :




Αλεξάνδρα Θεοχάρη - " Γη μου "


Τελειώνει η νύχτα
και χαράζει

Τ' άστρα σβήνουν
μα δεν με πειράζει

Οι λέξεις
κόμπος στο λαιμό

Δάκρυα
στην καρδιά σταλάζουν

Υπόσχεση μπλε ουρανού
τάζεις

Ανατολή με χρώμα και μέλι
στάζεις

Άδικη μαζί μου
θάλασσά μου, ήσουν..


Ποιά αγκαλιά, πατρίδα μου,
θυμάσαι..



Γιάννης Στεργιόπουλος - " Τεμπέλης ποταμός "



Αραιές γραμμές
εξογκωμένες, τραβηγμένες να λυγίζουν
απ' τον ίδιο τους τον όγκο,
σε στιγμές που αναδύονται,
σαν του θεού τα ίχνη.

Στις αφετηρίες
ξεχασμένες οι παλιές αμφιβολίες
των ανθρώπων, νέες πράξεις
εποχές ξαναβαφτίζουνε,
ποιός το θεό να δείχνει.

Μέσ' εκατομμύρια
τρυφερότητας αγγίγματα βουτάς,
ζητάς για να αναστήσεις
την ψευδαίσθηση της γονιμότητας,
την ανεργία της ψυχής σου,
πέρα από της θάλασσας την ταραχή.

Αχρωμος, τεμπέλης
ποταμός, που βγαίνει μέσα απ' των πραγμάτων
το αόρατο το δέρμα,
προσμονή κάποιας συνάντησης
με του θεού τη φύση.

Κάλυκας σε άνθος
καθαρός, τον αλμυρίζει ο αέρας,
πως σκορπίζεται μπροστά σου
με μια αίσθηση διάρκειας,
σαν του θεού τη λύση.

Απ' τα εκατομμύρια
βαρβαρότητας χτυπήματα ξεχνάς,
ορμάς για να κερδίσεις
την ακρίβεια της σταθερότητας,
μελαγχολία της ζωής σου,
μέσ' τη ριψοκίνδυνη την αναμονή...

Γιώργος Δημακάκος - " Λαβύρινθος "




Ίσως βρεθείς σε μια στιγμή που δεν θα υπάρχω
Ίσως πεθάνω πριν τολμήσεις να με βρεις
Γυάλινα είδωλα στις θάλασσες θ' ανάψω
να σου θυμίζουν πως σ' αγάπησα πολύ

Ίσως χαθείς μέσα σ' ανθρώπους που δεν ξέρω
Ίσως πετάξεις στους απάτητους καιρούς
Κρύβω στις τσέπες μου κουράγιο να παλέψω
φόβους αθάνατους, θανάτους μου μικρούς

Και που λες πως θα' ρθείς, σε πιστεύω
στου μυαλού την φωτιά σ' έχω κρύψει
στις ρωγμές μου σταλάζει το φως

Την σκιά σου τρυγώ κι ημερεύω,
ξεδιψώντας την άγονη θλίψη
σ' ένα ψέμα μ' αρέσει να ζω

Κι αυτός ο κόσμος που παλεύω να αφήσω
μοιάζει παράδεισος και κόλαση μαζί
Στο παραμύθι που δεν πρόλαβα να ζήσω
πάντοτε ήσουνα το τέλος κι η αρχή

Και που λες πως ακόμα υπάρχεις
ψιθυρίζεις στον χρόνο ν' ανοίξει
μια ρυτίδα στην άδεια μου γη

Κι η βροχή που αργά θα περάσει
το φθαρμένο μου σώμα θα σβήσει
κι ότι κρύβω για σένα, θα βρει


Κατερίνα Θεωνά - " Κίτρινη σημαία "



(Ακόμα κι αν δεν ξέρεις τι θα γράφει αύριο το σωσίβιο..
 καλύτερα μιά βουτιά στο κύμα παρά μια ισόβια καραντίνα μεσοπέλαγα)


 

To πλοίο σήκωσε την κίτρινη σημαία
οι ποντικοί βαθιά στα αμπάρια έχουν κρυφτεί
επιδημία,με συμπτώματα λαθραία
και ένα γλαράκι,στη μεσαία κουπαστή

Για χρόνια, σου είπε,θα κρατήσει η καραντίνα
κουράγιο κάνε,στην υγρή σου φυλακή
κι όταν γεράσεις,του παράδεισου ξεκίνα
μ' άγραφες νότες,να γευτείς τη μουσική.

Πετάει ο γλάρος,δίχως να σε χαιρετήσει
τον καταριέσαι..μα κρυφά χαμογελάς
στο κύμα πέφτεις,πριν η νύχτα σε φιλήσει
μ ένα σωσίβιο που γράφει,ακόμα Ελλάς
..
 

Μανώλης Μητσιάς - " Το Μεθυσμένο Καράβι "

Cinematic Orchestra - Awakening of a Woman (Man with a Movie Camera, Dziga Ve

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Τόλης Νικηφόρου - 6 - Το αθώο τετράποδο



Τόλης Νικηφόρου..
άριστος παρατηρητής, εξαιρετικά οξυδερκής, 
περιγράφει και αναλύει στιγμές, συμπεριφορές και φαινόμενα της καθημερινότητας
και το κάνει με γνώση, τρυφερότητα, ακρίβεια, φίνο χιούμορ και αίσθηση ευθύνης και δικαίου..
αυτά είναι μόνο λίγα από τα στοιχεία που καθιστούν τη γραφή του σημαντική και ελκυστική ..
 .........


 «Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες, μήνες και χρόνια
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»



6 - Το αθώο τετράποδο

Η Μιράντα Χαλκίδη, ή σκέτη Άντα, ακόμη και Αντούλα για τους οικείους και τους φίλους της, ήταν μια ευαίσθητη, προικισμένη και πολύ καλλιεργημένη γυναίκα. Και ιδιαίτερα κοινωνική και ευγενική  από τα παιδικά της χρόνια στη Θεσσαλονίκη, όταν δεν μπορούσε καν να διανοηθεί ότι θα σπούδαζε στη Γερμανία, θα ερωτευόταν κάποιον Κουρτ και θα πρόσθετε ένα Στάιν με παύλα στο επώνυμό της,  ότι θα αποκτούσε δυο παιδιά, θα ζούσε στη βόρεια αυτή χώρα για αρκετές δεκαετίες και κάποτε θα χώριζε, ότι θα γινόταν γνωστή ποιήτρια σε δύο γλώσσες, διαπρεπής μεταφράστρια, κριτικός και ανθολόγος και ότι θα γύριζε στην πατρίδα σε ώριμη πλέον ηλικία. Για να ξανασυναντήσει κάποιους  από τους εφηβικούς της φίλους, σημαντικά πλέον πρόσωπα στην κοινωνία της πόλης και όχι μόνον, όπως τον απόμαχο ποιητή του ανορθόδοξου έρωτα και γκουρού της λογοτεχνίας και τον αντίπαλό του  σε πολλά φιλόλογο, μελετητή και ομότιμο καθηγητή του πανεπιστημίου, για να ενταχθεί στις  λογοτεχνικές παρέες, να εγκατασταθεί και να ζήσει μόνη κι έρημη στο πληκτικό αυτό χωριουδάκι στις παρυφές της φυσιολογικά ανεξέλεγκτης αστικής επέκτασης προς τα ανατολικά. Σε μια παλιά ευρύχωρη και ψηλοτάβανη αποθήκη που, με το εκλεπτυσμένο γούστο της, με προσωπική εργασία και  όχι ευκαταφρόνητα έξοδα, είχε μετατρέψει σε θελκτικό και φιλόξενο σπίτι και για τους άλλους ποιητές και πεζογράφους.

Τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα, όταν ήταν ένα χαριτωμένο, ελκυστικό και ανίδεο κορίτσι της αριστεράς και, όπως όλοι οι νεαροί διανοούμενοι και καλλιτέχνες της παρέας της, πίστευε ολόψυχα στα μεγάλα κοινωνικά φετίχ, ελάχιστα προέβλεπε τα επερχόμενα και απολύτως τίποτα δεν  φανταζόταν για τα πράματα και θάματα που θα προσκόμιζε ο νέος αιώνας. Ούτε κατά τη διάρκεια της  επάρατης επταετίας όταν ανέμιζε τα κόκκινα μαλλιά, τα λάβαρα και τα πανό της σε πορείες και  διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στο Μόναχο, την Κολωνία ή το Βερολίνο και κατέληγε στο σπίτι βραχνιασμένη και ψόφια από την κούραση αλλά με μιαν ηδονική αίσθηση εκπλήρωσης.

Την ενοχλούσε ακόμη βέβαια το σαρδόνιο γέλιο της ιστορίας που, όταν δεν εξοφλεί τους παλιούς  λογαριασμούς της μέσα σε ένα λουτρό αίματος, όλα τα ανατρέπει και όλα τα εμπαίζει, με πρώτες  στο ανελέητο στόχαστρό της τις αγαθές προθέσεις. Που συνήθως χρησιμοποιεί ως σύντριμμα για να  επιστρώσει τον δρόμο προς το γνωστό αποτρόπαιο φόβητρο των θρησκόληπτων σε επίγεια εκδοχή. Αναπόφευκτα όμως είχε συμβιβαστεί με τη σκληρή πραγματικότητα της νέας εποχής. Είχε συμβιβαστεί στον βαθμό που της επέτρεπε η ανάμνηση μιας χαμένης άνοιξης και ο αθεράπευτος ρομαντισμός της, ο οποίος αποτελούσε μάλλον ισχνή εγγύηση για την ασφάλειά της.
Ακόμη και τώρα που έφερε ανεξίτηλες στο σώμα, το πρόσωπο και τα βαμμένα της μαλλιά τις αυθαίρετες και φθονερές επεμβάσεις του χρόνου, η Μιράντα Χαλκίδη-Στάιν ασφαλώς διατηρούσε  ίχνη απ’ την παλιά της τσαχπινιά και σχεδόν αυτούσια την ευγένεια και τη γλυκύτητά της («λέγε με Άντα, καλέ»). Διατηρούσε αυτούσιο το μεσογειακό χαμόγελο και την εγκαρδιότητά της, καθώς το  ταξί στο οποίο είχε επιβιβαστεί συνέχιζε τη μακρινή διαδρομή του από την πυρίκαυστη καρδιά της πόλης προς τα περίχωρά της.

Νωρίτερα το ίδιο βράδυ, η διεισδυτική και γλαφυρή εισήγησή της πλάι στο πιάνο της Ποιητικής Εστίας, θαυμάσια διακοσμημένης με αφίσες, φωτογραφίες, χειρόγραφα, αυτόγραφα και άλλα αναμνηστικά από τη σταδιοδρομία του εξέχοντος οικοδεσπότη, είχε μεγάλη επιτυχία. Όπως και η ανάγνωση των ποιημάτων του τιμώμενου γνωστού υπαρξιακού ποιητή. Όπως οι εξίσου  ενδιαφέρουσες ερωτήσεις που υποβλήθηκαν και η συζήτηση που ακολούθησε με το πλήθος των περίπου είκοσι πέντε παριστάμενων, κυρίως συγγενών του και ομότεχνων, για τον πηγαίο λυρισμό, το γνήσιο θρησκευτικό συναίσθημα, τις ανιχνεύσεις, τα φανερά και τα κρυμμένα, τα σαφή και τα  υπονοούμενα στο σημαντικό έργο του ποιητή. Τα αυτονόητα θερμά συγχαρητήρια για την ομιλία της, το μπρούσκο κόκκινο κρασί μετά, τα ανέκδοτα και τα φιλικά πειράγματα στην παρακείμενη καφετέρια  με μερικούς από τους ευάριθμους αμετανόητους εραστές της αριστοκρατικότερης των τεχνών, είχαν τονώσει ακόμη περισσότερο την ευχάριστη διάθεσή της παρά την καθιερωμένη βασανιστική μουσική υπόκρουση.

Παρόλο που ήταν κουρασμένη και ελαφρά ζαλισμένη, ναι, πράγματι είχε κάνει φιλότιμες απόπειρες να αρχίσει μια στοιχειώδη μεταμεσονύκτια κουβέντα για τούτο και για κείνο με τον ογκώδη και σκυθρωπό οδηγό που ξεχείλιζε εμφανώς από το κάθισμα μπροστά αριστερά της. Με αποτέλεσμα, την τρίτη και τελευταία όπως αποδείχτηκε φορά, να του αποσπάσει κάτι ανάμεσα σε ρόγχο, γρύλισμα  και σπηλαιώδες μουγκρητό, διανθισμένο με ακατάληπτες, ηχητικά ενοποιημένες λέξεις, που την  έπεισε έστω και απρόθυμα να παραιτηθεί από την προσπάθειά της.

Άφησε λοιπόν το βλέμμα της να πλανηθεί αφηρημένα έξω απ’ το παράθυρο στις πολύχρωμες φωτεινές επιγραφές και τις προθήκες των καταστημάτων και σε κάποιες πιο φωτεινές ακόμη παρέες  αγοριών και κοριτσιών, που γελούσαν ξένοιαστα και πειράζονταν στο πεζοδρόμιο. Σχεδόν αυτόματα, αυτό προκάλεσε μιαν οδυνηρή αναδρομή πίσω απ’ την ομίχλη στα ερωτικά φαντάσματα των  νεανικών της χρόνων, που προσπάθησε απεγνωσμένα και κατάφερε να εξορκίσει μόνον όταν το αυτοκίνητο είχε αφήσει πίσω του το πολεοδομικό συγκρότημα και όταν στην αναγκαστική σιωπή της  είχε προστεθεί η σκοτεινή γαλήνη του περιβάλλοντος.

Πέρασαν μπροστά από σκόρπια τετράγωνα χωριατόσπιτα, από διάφορους σύγχρονους οικισμούς και κατάκλειστες μεμονωμένες τεράστιες επαύλεις με επαγγελματικά φιλοτεχνημένα προκήπια, κατά διαστήματα από αστραφτερές εκθέσεις κάθε είδους εμπορευμάτων και από εγκαταλειμμένα μελαγχολικά εργοστάσια, από κυκλοφοριακούς λαβύρινθους και στενωπούς με παραπειστικές πινακίδες, από ανηφόρες, κατηφόρες και απότομες στροφές αλλά, χάρη στις ακριβείς και λεπτομερείς  οδηγίες της, ο οδηγός δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα να φθάσει στο δικό της σπίτι
στην κορυφή ενός καταπράσινου λόφου και να σταματήσει έξω απ’ το μικρό προαύλιο.

Η Άντα έκανε με κόπο τη λιγότερο μπροστινή και περισσότερο πλάγια κίνηση για να βγει απ’ το ταξί, μια και οι ενοχλήσεις από τις φθορές και τις στενώσεις στους σπονδύλους της, κάτω από το  εξαιρετικά κομψό ντύσιμο, είχαν επιδεινωθεί μετά την πολύωρη καθιστική της στάση και τη  γενικότερη καταπόνηση της βραδιάς, πλήρωσε τον οδηγό, αφήνοντάς του κι ένα ικανοποιητικό φιλοδώρημα, του έδωσε κατατοπιστικές οδηγίες για την επιστροφή και τον ευχαρίστησε. Και τότε \διέπραξε το μοιραίο σφάλμα με τις εντελώς απρόβλεπτες συνέπειες.

Όχι ότι του είπε χαμηλόφωνα «καληνύχτα» μία φορά χωρίς να αξιωθεί απάντηση αλλά ότι αποτόλμησε να του πει και δεύτερη, ελαφρά σκυμμένη απ’ έξω προς το μέρος του. Γεγονός το οποίο  θα μπορούσε σαφώς να εκληφθεί ως άτοπη έκκληση για ανταπόδοση. Εκείνος τότε εδέησε να  γυρίσει ελαφρά ένα γωνιώδες και μαλλιαρό κεφάλι με έκφραση βαρεμάρας ανάμικτης με ορεσίβια  περιφρόνηση. «Με ρωτάς εμένα, βρε ρεμάλι», της πέταξε με περισσότερα φωνήεντα και σαφώς  καλύτερη άρθρωση τώρα, ενώ έσβηνε την πλαφονιέρα του, «αν έχω όρεξη να σου πω καληνύχτα; Άντε από δω!».

Ε, τις επόμενες και μεθεπόμενες κινήσεις, σκέψεις και αντιδράσεις της, μπόρεσε και μάλιστα  αστραπιαία να τις προβλέψει το μουδιασμένο μυαλό της Άντας, καθώς έμεινε ως βιβλική στήλη  άλατος στο πεζοδρόμιο. Με τα χέρια ανοιχτά, το μέτωπο στραμμένο προς τον έναστρο ουρανό και την οδυνηρή απορία στα μάτια. Και μόνο μ’ ένα μισοφέγγαρο να της δηλώνει τη χλομή του  συμπαράσταση.

Θα έβλεπε το ταξί να απομακρύνεται στο βάθος του εξοχικού δρόμου, θα σκεφτόταν ότι ούτε καν είχε κάνει στον ταξιτζή παρατήρηση για το κάπνισμα, θα τον χαρακτήριζε αγανακτισμένη και μάλιστα ηχηρά με το όνομα ενός αθώου τετράποδου, όχι εκείνου που κυλιέται ηδονικά στη λάσπη, μα του στωικού γκρίζου υποζυγίου που μασουλάει αμέριμνα το χορταράκι, απαλλαγμένο πλέον απ’ το βαρύ  φορτίο και το σάγμα του, και ήδη θα αισθανόταν τύψεις που, έστω κατά τα καθιερωμένα, το είχε εμπλέξει άδικα στο ατυχές περιστατικό.

Καθώς λοιπόν θα πρόφερε το όνομά του, πρώτα στο ουδέτερο, μετά στο αρσενικό και τελικά σε διπλή πολυσύλλαβη μονολεκτική εκδοχή, μπόρεσε ακόμη να προβλέψει ότι θα έσερνε μετά τα  μπαϊλντισμένα βήματά της ως την εξώπορτα του σπιτιού, ότι θα έριχνε μια στιγμιαία ματιά στις άσπρες και κόκκινες γλάστρες από τις δύο μεριές του πλακόστρωτου διαδρόμου, θα έψαχνε στο  βάθος της τσάντας της το κλειδί, ανάμεσα σε ένα σωρό γυναικεία μικροαντικείμενα, θα άνοιγε με τη  δεύτερη ή την τρίτη προσπάθεια και θα βροντούσε πίσω της την πόρτα, θα άναβε όλα τα φώτα, ενώ θα την έπνιγε η αδύναμη οργή της για την κατάφωρη αδικία.

Μπόρεσε να προβλέψει ότι θα έπαιρνε μερικές βαθιές αναπνοές, θα παρέβαινε τον κανόνα της και θα έπινε νερό για πρώτη φορά απευθείας απ’ το πλαστικό μπουκάλι του ψυγείου, ναι, θα παρέβαινε όλους τους κανόνες. Θα πατούσε το σωληνάριο μπροστά και θα βούρτσιζε τα δόντια της με διπλή  δόση οδοντόκρεμας, θα έβγαζε τα παπούτσια της χωρίς να σκύψει και θα τα πετούσε μακριά, θα  μάλαζε τα πονεμένα πόδια της, θα φορούσε το κεντημένο βαμβακερό νυχτικό της και θα  διεκπεραίωνε μηχανικά τα υπόλοιπα διαδικαστικά για την κατάκλιση. Ενώ θα περνούσε βαθμιαία από την έξαψη της οργής στη σχετική χαλάρωση και στην πρόσκαιρη ελαφριάς μορφής κατάθλιψη, που προκύπτει όταν έχει κανείς εξουθενωθεί και η εδραιωμένη από μιας ζωής σκέψη και μελέτη  φιλοσοφική του διάθεση αδυνατεί πλέον να αντιμετωπίσει την κραυγαλέα βαρβαρότητα.

Τέλος, θα ακουμπούσε το κεφάλι της στο διπλό μαξιλάρι, θα έμενε εκεί για λίγο με κλειστά τα μάτια και θα φανταζόταν τον ταξιτζή να αιωρείται κρεμασμένος από το γυμνό κεντρικό δοκάρι του σπιτιού.Θα γύριζε μετά και θα διάλεγε ένα βιβλίο από τα αδιάβαστα της στοίβας στο ράφι πλάι στο κρεβάτι, οπωσδήποτε αστυνομικό ή θρίλερ, θα ταυτιζόταν σχεδόν συνειδητά με τα θύματα και θα άφηνε τον συγγραφέα να πάρει σκληρή, αδυσώπητη, έστω και μυθιστορηματική, εκδίκηση στο τέλος. Τότε και μόνον τότε θα έβγαζε την καπνοσακούλα της απ’ το συρτάρι, θα έστριβε ένα τσιγάρο με εκλεκτό  μυρωδάτο ανατολικό καπνό και θα το κάπνιζε αργά ως το τέλος με πέντε-έξι βαθιές, παρατεταμένες, απολαυστικές ρουφηξιές. Τότε και μόνον τότε θα ήταν έτοιμη να παραδοθεί στη βουβή επίκληση και στο όνειρο ενός άλλου κόσμου..


Τόλης Νικηφόρου




Χρήστος Φλουρής - " Αναρρίχηση "




αναρρίχηση   
    
 
προσχεδίαζα τις κινήσεις μου προσεκτικά
πάντοτε ως τώρα
περνώντας τις προθέσεις μου
-νύχτα συχνά και λάθρα-
ανάμεσα απ’ τα συρματοπλέγματα που είχαν στηθεί
για να εμποδίσουν- τάχα- την διαφυγή τους
από τους αφελείς που δεν υποψιάζονταν
πως οι προθέσεις και τα όνειρα
δεν καταδέχονται φραγή
και πως από ένστικτο ή από ανάγκη επιβίωσης
συχνά αναπτύσσουν ικανότητες δεινές
αναρριχήσεως…

    χρήστος φλουρής