13- στόματα
ντιβάνι
εμβόλιο- κονδυλώματα
μαμά δεν πιάνει
13- τρόπαιο
μπαμπά αποτρόπαιο;
.....................
(Χριστίνα Γεραλή - αντί σχολίου)
Ταμπού (Βικιπαίδεια)
Ο όρος ταμπού προέρχεται από τις γλώσσες της Πολυνησίας (λ.χ. Τόνγκα ή Φίτζι) και σημαίνει «απαγορευμένος».
Στην πρωταρχική του έννοια, αφορά πρωτόγονους πολιτισμούς και σημαίνει το πρόσωπο ή το αντικείμενο που απαγορεύεται να πλησιάσει, να αγγίξει, να κατονομάσει ή να χρησιμοποιήσει κανείς, επειδή θεωρείται ιερό ή μιαρό. Το ταμπού θεωρείται μιαρό κι ακάθαρτο, προξενώντας κακό σ' όποιον έρθει σ' επαφή μ' αυτό. Έτσι, λοιπόν ταμπού σε μια γενικότερη σημασία είναι κάτι το απαγορευμένο με έννοια μαγική και δεισιδαιμονική.
Με ευρύτερη έννοια, ο όρος χρησιμοποιείται σήμερα για να δηλώσει οτιδήποτε απαγορευμένο, κυρίως οτιδήποτε αντιμετωπίζεται από την κοινωνία ως μη υπάρχον, για λόγους ηθικής ή κοινωνικών προκαταλήψεων. Συνεκδοχικά, αναφέρεται σε κάθε περιορισμό που επιβάλλει η κοινωνική ηθική, δηλαδή κάθε κοινωνική προκατάληψη.
Η λέξη ταμπού χρησιμοποιείται επίσης για οτιδήποτε το τέλειο, που με κανένα τρόπο, δε δέχεται αμφισβήτηση ή τροποποίηση.
«Φαίνεται πια πως τίποτα - τίποτα δεν μας σώζει...»
ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ
........
Νίκος Καββαδίας " Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ"
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.
Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά·
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.
Κάτι που θα 'κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ' αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.
Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ... Σκεφτείτε... Εγώ.
Ένα καράβι... Να σας πάρει, Καίσαρ... Να μας πάρει...
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ' οδηγώ.
Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
-- Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.
Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ' αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.
Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.
Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν' ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ' ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.
Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει·
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.
Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
--μια γριά σ' ένα πολύβοο καφενείο--
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.
Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.
Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα;
Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.
Παμπάλαιο κι ερείπιο ένα πλοίο είδα άθλια γερμένο σ’ένα πλάϊ, με τα πλευρά του που η σκουριά πια τά’χει φάει, με το τιμόνι του έξω απ’τα νερά,
σπασμένο, δαγκωμένο απ’ άγνωστο της θάλασσας θηρίο.
Τέτοιο τρισάθλιο κι ερείπιο ένα πλοίο…
Κι όμως –ποιός θα το πίστευε;- απ’το γυρτό φουγάρο του φαινόταν μια υποψία καπνού ν’ αργανεβαίνει αδύναμη ψηλά και να σκορπιέται…
(Είχε το ερείπιο μες στα σπλάχνα του κρυμμένη μιά τελευταία σπίθα,κι ίσως ίσως μελλοντικά ταξίδια ονειρευόταν, ίσως με τέτοια ελπίδα αποκοιμόταν τα βράδια μες στην πλήξη του ναυστάθμου…)
Το κοίταζα.Κι ο νους μου άθελα πήγε σε κάτι ομοιοκατάντητους ανθρώπους που έτσι η ζωή σιγά σιγά τους τρώει…
Ετοίμαζες μοντέρνο αμάλγαμα πετούσες την παλιούρα γουταπέρκα σου ξύλιζα τα πισινά με μία βέργα κόκκινο, κόκκινο, κόκκινο αντάλλαγμα
Κουρεύω την καρδιά μου για κονκάρδα ρηχή μα όμορφη φαντάσα αποχαύνωση στο φόρεμά σου στάμπα θεία άμβλωση
πληγή, πληγή, πληγή η εβδομάδα
Σιγή ρημάδα σε τέτοια απλωσιά λες κι ετοιμάζεται το Μέγα Μυστικό Σε αυτό το δράμα προσθέστε αστακό αλλιώτικα δεν πιάνει χαρτωσιά
.....................
..νομίζω ότι περιγράφεις την πλέον ερωτική εξαγωγή οδόντος, αν έχει ερωτική διάσταση , με κατάληξη ένα αφροδισιακό γεύμα - δείπνο (αστακός - για να μη μιζεριάζουμε κιόλας) ή την πλέον οδυνηρή, αν έχει πολιτική διάσταση (επίσκεψη Μέρκελ π.χ.)..
αν δεν ξεχύνεται από μέσα σου ενάντια σ' όλα τ' άλλα, μην το κάνεις. αν δεν έρχεται, χωρίς καν να το' χεις ζητήσει, από την καρδιά σου και το μυαλό σου και το στόμα σου και τα σπλάχνα σου, μην το κάνεις. αν χρειάζεται να κάτσεις για ώρες κοιτάζοντας την οθόνη του υπολογιστή σου ή να καμπουριάζεις πάνω από τη γραφομηχανή σου ψάχνοντας για τις λέξεις, μην το κάνεις. αν το κάνεις για τα λεφτά ή τη δόξα, μην το κάνεις. αν το κάνεις γιατί θέλεις γυναίκες στο κρεβάτι σου, μην το κάνεις. αν χρειάζεται να κάθεσαι και να γράφεις ξανά και ξανά τα ίδια, μην το κάνεις. αν σου είναι δύσκολο και μόνο να σκέφτεσαι ότι θα το κάνεις, μην το κάνεις. αν προσπαθείς να γράψεις σαν κάποιον άλλο, καλύτερα ξέχνα το.
αν χρειάζεται να περιμένεις μέχρι να ουρλιάξει από μέσα σου, τότε περίμενε υπομονετικά. κι αν δεν ουρλιάξει ποτέ από μέσα σου, κάνε κάτι άλλο. αν πρέπει πρώτα να το διαβάσεις στη γυναίκα σου ή στη φιλενάδα ή στο φίλο σου ή στους γονείς σου ή σε οποιονδήποτε, τότε δεν είσαι έτοιμος.
μην είσαι σαν τόσους άλλους συγγραφείς, μην είσαι σαν τόσες άλλες χιλιάδες ανθρώπους που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς, μην είσαι πληκτικός και βαρετός και ξιπασμένος, μην κατατρώγεσαι από την αυτολατρεία σου. οι βιβλιοθήκες του κόσμου χασμουριούνται από τη νύστα μπροστά στο είδος σου. μην προστεθείς σε αυτό. μην το κάνεις. αν δεν βγαίνει από την ψυχή σου σαν ρουκέτα, αν, το να μείνεις ήσυχος δεν σε φέρνει στην τρέλα ή την αυτοκτονία ή τον φόνο, μην το κάνεις. αν ο μέσα σου ήλιος δεν σου καίει τα σπλάχνα, μην το κάνεις.
όταν θα 'ναι στ' αλήθεια η ώρα, και αν είσαι ο εκλεκτός, θα συμβεί από μόνο του και θα συνεχίσει να συμβαίνει μέχρι που θα πεθάνεις ή που θα πεθάνει μέσα σου αυτό. δεν υπάρχει άλλο τρόπος. και ποτέ δεν υπήρξε.
Δεν έχεις παρά να γαμήσεις ένα σεβαστό αριθμό γυναικών, ωραίων γυναικών και να γράψεις κάμποσα, υποφερτά ερωτικά ποιήματα. Μη σε νοιάζει για την ηλικία σου και για τα νιόβγαλτα ταλέντα. Πίνε, απλώς περισσότερη μπίρα, μπίρα, πολλή μπίρα και πήγαινε στον ιππόδρομο τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα και παίρνε τα, αν μπορείς. Είναι δύσκολο να μάθεις να τα παίρνεις : όλοι οι άσχετοι είναι υποψήφιες χασούρες. Και μην ξεχνάς τον Μπραμς σου και τον Μπαχ σου και την μπίρα σου. Μην πολυκουράζεσαι. Να κοιμάσαι μέχρι αργά το απόγευμα. Απόφευγε τις πιστωτικές κάρτες. Τέλος πάντων, πλήρωνε τοις μετρητοίς. Να θυμάσαι πως δεν υπάρχει μαλακία σ’ αυτόν τον κόσμο που να κάνει πάνω από 50 δολλάρια (το 1977). Αν έχεις τη δυνατότητα ν’ αγαπήσεις, αγάπησε πρώτα τον εαυτό σου, μα έχε πάντα υπ’ όψη σου την πιθανότητα μιας ολοκληρωτικής αποτυχίας -είτε δίκαιη είναι, είτε άδικη η αιτία της- μια πρόωρη εμπειρία θανάτου δεν είναι απαραίτητα κακή. Μείνε μακριά από εκκλησίες και μπαρ και μουσεία και να καιροφυλαχτείς σαν αράχνη - ο χρόνος είναι ο σταυρός του καθενός, συμπεριλαμβανομένων : της αποπομπής, της αποτυχίας, της προδοσίας, όλης της σχετικής σαβούρας. Κρατήσου με μπίρα. Η μπίρα τρέφει αδιάκοπα το αίμα, η μπίρα είναι σύντροφος πιστός. Πάρε μια μεγάλη γραφομηχανή και καθώς τα βήματα έρχονται και φεύγουν κάτω απ’ το παράθυρό σου, πάλεψέ την άγρια, δωσ’ της να καταλάβει. Βάρα στο ψαχνό. Και να θυμάσαι τις παλιοκαραβάνες που το πάλεψαν γερά: τον Χέμινγουεϊ, τον Σελίν, τον Ντοστογιέφσκυ, τον Χάμσουν. Αν νομίζεις πως αυτοί δεν τρελάθηκαν σε μικρά δωματιάκια, όπως τώρα εσύ, δίχως γυναίκα. δίχως φαΐ, δίχως ελπίδα, δεν είσαι ώριμος ακόμη.
Πιες περισσότερη μπίρα, υπάρχει καιρός. Κι αν δεν υπάρχει, καλά είναι κι έτσι.
"Πρέπει, οπωσδήποτε, ν' αλλάξω ζωή, αλλιώς είμαι χαμένος. Βέβαια, έχω καιρό μπροστά μου, είμαι ακόμα νέος. Αν μπορούσα να ξεφύγω αυτήν την άθλια καθημερινότητα, υποχρεώσεις και συνήθειες και συμβιβασμοί, αν σταθώ λιγότερο εύκολος στις διάφορες προφάσεις - μα ιδιαίτερα, αν βάλω πια ένα τέλος σε τούτες τις αιώνιες αναβολές. Τότε, αλήθεια, ίσως φτιάξω κάτι, ίσως μάλιστα και κάτι το μεγάλο όπως ονειρευόμουν από παιδί..."
Έτσι έγραφε κάποιος ένα βράδυ με χέρια που τρέμανε. Κι έκλαιγε. Ύστερα νύσταξε κι αποκοιμήθηκε. Το πρωί, μόλις θυμόταν κάτι αόριστα. Και σε μερικά χρόνια πέθανε..
Χαράματα… Κάνω τον πεθαμένο
καθώς με μεταφέρουν
στα γαλάζια της απ’ την αυγή
σεντόνια.
Είμαι κοντά της.
Σαν βασιλιάς ζήτησα να ταφώ
πλάι στην αγαπημένη μου
μα είμαι ξυπνητός
κι αυτή η ζωντάνια
όλο με σπρώχνει.
Μάγε μου, μεταμόρφωσέ με
σ’ όποιον εκείνη αγαπά!
Κι έγινα αμέσως, αυτοκόλλητο
σκισμένου ποδοσφαιριστήπάνω στο σύνθετό της.
Δεν ξέρω τι θα χάσω,
κοντά σου αν δε φθάσω.
Δεν, μη--δεν.....
Πως να σε ξεχάσω.
Θα κατεβάσω το καπέλο μου
στα μάτια, να φανούν
ανύποπτες εικόνες,
παρελθόν δειλό, παρόν στη θλίψη.
Θ' ανοίξω λίγο χώρο ν' απλωθεί
η καρδιά μου, να χαθεί
το μούδιασμα του κοιμισμένου
ταξιδιώτη από τη θλίψη.
Δε θέλω να σε πιάσω,
φοβάμαι μη σε σπάσω.
Δεν, μη--δεν.....
Δεν θα σ'αναγκάσω.
Μ' άσπρα φτερά και ράμφη κίτρινα
πουλιά μου, πάρτε μου
τις τόσες Ερινύες,
τις αμφιβολίες π' έχει η θλίψη.
Σε κορυφή ασυντρόφευτη θα βγω,
με πρόσκαιρης χαράς
αντίσταση αραγμένη,
π' επιπλέει ασάλευτη στη θλίψη.
Θέλω να ξαποστάσω,
σε λίγο θα σχολάσω.
Ναι, μηδέν.
Ναι, θα με κρεμάσω.
..δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι ξεκλειδώνω τους κωδικούς του Βασίλη.. αλλά σίγουρα μπαίνω στην ατμόσφαιρα..
..................
Το φως ζεσταίνει κι ημερεύει
η νύχτα προστατεύει
Κόσμοι ολόκληροι υπάρχουν
σε μιας άκρης τη χλωμάδα
Ριγηλό κάτοπτρο ζήτησα να με βγάλει
από αυτή τη φαντασία
Στο κέντρο πήγα με τα έγγραφα και τις εφημερίδες
και τον έρωτα γύρω από τα φλυτζάνια
Χάος κίτρινο αν πρέπει να φορέσω
σιδερώνω το μωβ που αγαπούσε