Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Μάνος Πάνου - " Α π α ξ ί ω σ η "




Ήσυχα, απλά και ήρεμα
Γύρισε και μου είπε
Ότι ήμουν ηθικός στην ζωή μου
Από φόβο μπρος στην εξουσία

Κι εγώ που έφερα την ζωή μου ως εδώ,
έχοντας ένα, δικής μου έμπνευσης, σύστημα αξιών
Κι εγώ που ξέρω
Κι εγώ που υπέφερα μόνος μου
ακροβατώντας ανάμεσα σε πολλούς άγνωστους κόσμους
και φοβίες


Τώρα που τελείωσε η παράσταση
Όχι μόνο ούτε ένα χειροκρότημα
Αλλά και μια απόλυτη σιωπή

Η πλήρης απαξίωση του ερασιτέχνη ακροβάτη

Να τι εισπράττω

Καθώς αποσύρομαι στο παρασκήνιο
Και στον εαυτό μου
Να συνεχίσω τις πρόβες

Χριστίνα Γεραλή - " Υ π ε ρ β α τ ι κ ά "



Για κάθε μια γενιά
κι ένας σταυρός
που δεν αίρει καμμιά αμαρτία

Κι εμείς, με θαυμαστή τόλμη
ψηλαφίσαμε τρομερές αναρριχήσεις
σε αναμέτρηση με το κενό
που από νωρίς,τη Μία αχτίδα γυρεύοντας
μας πλεύρισαν τα ερέβη

Καρδιά αποκομμένη - πνεύμα αποκομμένο
Λεπτές ανάσες ενταφιάστηκαν σε ληκύθους

Αξιέραστα πρωϊνά θυσιάστηκαν
σε εξιχνιάσεις εγκλήσεων

Σε πολύπτυχες λέξεις
αποσιωπήθηκαν αινίγματα
για ανατρεπτικούς ανατόμους


Φίλε μου, πού να σε κρύψω - ίαμα και φως
Σε ποια νηφάλια εκδίκηση , τ' αδύνατα να γίνουν δυνατά
Σε ποια αψίδα και σε ποια κατάνυξη να συναντηθούμε
Σε ποιο καταφύγιο να διασώσουμε τα χαμένα και τα ποθητά

...Είναι αδύνατο να συναγωνιστώ μία νεκρή...

Γιώργος Πολυμενάκος - " Αργά, πολύ αργά τη νύχτα "



Αργά, πολύ αργά τη νύχτα,
οι δρόμοι επιτέλους αδειάζουν.
Απομένουν μονάχα
οι μεθυσμένοι οδηγοί
και τα γνώριμα ερπετά,
κάτω από τα φεγγάρια
του δημοτικού φωτισμού..
τότε
διαλέγουμε
την κατάλληλη στιγμή,
ανάμεσα στα περάσματα
των περιπόλων
και κάνουμε την εμφάνιση μας,

πάνοπλοι :

ανεμίζοντας
τα αυτόματα των κραυγών,

απασφαλίζοντας
τα περίστροφα της γιορτής,

κραδαίνοντας
τα σπαθιά της αυπνίας.

Απολαμβάνοντας
τη μικρή χαρά,
ότι, αν μη τι άλλο,
διαταράξαμε
την κοινή ησυχία…

Αλεξάνδρα Θεοχάρη - " Οι κωδικοί μου "



Για όλους τους βαθιά κρυμμένους κωδικούς...και τα μυστικά που κρατούν επτασφράγιστα...)
    

Οι κωδικοί μου δεν σπαν..ρωμαλέοι
η καρδιά μου μπορεί..με αρετή
τα γόνατα εύψυχα..δε λυγίζουν
η αντοχή μου εκεί..με αλκή

Όμως..Τα ρόδα αγκαλιάσαμε
τα σ' αγαπώ μακάβρια
αγγέλους κατεβάσαμε
και στις ψυχές αγκάθια.

Κάναμε πόλεμο γλυκό
γι' αυτήν την προβολή μας
μα έχουμε αλίμονο
το Εγώ για δύναμή μας

Πολλά βιβλία ανοίξαμε
μπερδέψαμε τις λέξεις
στα σύννεφα πετάξαμε
μα τη ζωή μας παίζεις

Με χάντρες τα οπλίσαμε
τα Δεν σου και τα Ύστερα
που την καρδιά σκορπίσανε
στου πόθου τα εφήμερα..

Aνδρέας Ζερμπίνος - " Λ ί γ ο " (Καημός)




Αγάπη μυστική στην πόλη
κανείς δεν ξέρει κι είναι όλοι
συμμέτοχοι σ' ό,τι συμβαίνει
κι ο πυρετός μου ανεβαίνει.
Εσύ ξεχνάς πως έχεις σπίτι
κι εμένα φώναξαν "αλήτη",
δεν έχω ενοχές νομίζω
γι αυτό την πλάτη τους γυρίζω.

Τα ψίχουλα που μου προσφέρεις
όταν θα φύγεις να το ξέρεις
θα τα μαζέψω ένα-ένα
πως ήσουνα μαζί μου "ξέχνα'.

Αγάπη μυστική, Αθήνα,
τώρα που νύχτωσε ξεκίνα
τα φώτα Πειραιώς σημεία
εγώ με σένανε χημεία.
Ξεχνάς το σπίτι σου και τρέχεις
φωνάζεις: 'λίγο, πώς τ' αντέχεις;"
Εγώ το λίγο ευλαβούμαι
και μην αργήσεις να τη βρούμε.

Πελαγία Σ. Κουκίδου - " Σ υ σ τ ά σ ε ι ς "

    



το χέρι που αγάπησα
το χέρι που έκλεισα στο δικό μου
το χέρι που έσφιξα
το χέρι που φίλησα

αυτό το λατρεμένο χέρι

με χτύπησε

όχι να με πονέσει
απλά να συστηθεί ...

Γιάννης Στεργιόπουλος - " Το σιωπηλό πάρκο "



Κλάδευε ο θεός τα δένδρα
με μια άπιαστη αχτίδα,
μες το πάρκο μόνος περπατάει.
Μια δισταχτική αχτίδα
που το φως τη λευτερώνει,
μ' έξαλλη συμπάθεια πελεκάει.

Μ' ικανοποιημένη τρυφερότητα,
ξάπλωνε απαλά τους σκούρους
τους κορμούς στον ουρανό.
Μες το σιωπηλό το πάρκο,
μπρος την κεντρική εξέδρα
βιαστικά στο στόμα με φιλάει,
το τρεμουλιαστό του το περίγραμμα
φώτισε το δανεικό μου χαμόγελο.

Τραβώ επιτήδεια
κοντά μου το φως του,
θεατρικός χαριεντισμός,
ξέρω θα γυρνάω μοναχός.

Εστησε ο καιρός ενέδρα
σε πορείες ξεφτισμένες,
ο ανελέητος καθρέφτης σπάει.
Κι ο ουράνιος διαβάτης
στη μισάνοιχτη την πόρτα,
στέκει και γλυκά με χαιρετάει.

Οι δικαιολογίες για τα πάθη μου
σαν λεκές παλιάς εικόνας
που έσβησε το πρόσωπο.

Στήλη επιτύμβια
χαϊδεύει το φως του,
ιδανικός ο στολισμός.
Δεύτε τελευταίος ασπασμός.

   

Γιώργος Δημακάκος - " Μια χούφτα μαύρη γύρη "



Είδα τον ήλιο μες στο χθες, μπροστά μου μόνο νύχτα
Μην μου δανείσεις ενοχές, από παιδί τις βρήκα

Είμαι μικρός για να με δεις, μεγάλος να με νοιώσεις
Μέσα μου κρύβω θάλασσες, θα φύγω πριν με σώσεις

Βάλε να πιω λευκό κρασί, τον πόνο μου ν’ αγιάσεις
Δεν σ΄ έχω δει ποτέ να κλαις και ξέχασες ν΄αλλάξεις

Μ’ έκανες κι έμεινα πιστός, σαν την ψυχή που λαχταράει να σωθεί
Και συ για πάντα ένας θεός, που απ’ τα λάθη μου μαθαίνει κι επιζεί

Πως να γυρέψω λίγο φως, όταν το βλέμμα μου ραγίζει στη σιωπή;
Μέσα στο τίποτα κενός κι είναι ο θάνατος ελπίδα και γιορτή

Μαζί γυροβολήσαμε στου κόσμου το σεργιάνι
Εσύ έμοιαζες άφθαρτος κι εγώ φθηνό σκαρί
Το όνομά μου βάπτισες στης θάλασσας το λάδι
για να θυμούνται κάποτε το σκυθρωπό παιδί

Μα’ ρθε ο βοριάς και χόρεψε σ’ αυτό το πανηγύρι
Σ’ αγκάλιασε, σε φίλησε και δάκρυσε κι αυτός
Σ’αυτό που ήσουν πάντοτε, μια χούφτα μαύρη γύρη
σε σκόρπισε μιαν άνοιξη στης λήθης τον βυθό....

Παναγιώτης Θ. Τουμάσης - " Όταν ξανάρθουνε τα ποιήματα "



Όταν ξανάρθουνε τα ποιήματα,   
θα τα δεχτώ καθώς τούς πρέπει,
σαν ακουστούν απέξω βήματα,
τους έχω, και τροφή, και σκέπη.

Θα μπούνε μέσα στο σαλόνι μου,
λίγο μετά που θα ’χεις φύγει
λέγοντας πως, «θα ζήσω μόνη μου»,
σάμπως αυτό για σε να επείγει.

Τίγκα οι βαλίτσες τους κι οι σάκοι τους,
θα ’ναι με στίχους απ’ τα ξένα
και θα κοιτώ σαν τους κατάκοιτους,
να τους αδειάζουν έναν-ένα.

Και να τους βάζουν στο ντουλάπι μου,
κει που ’ταν τα δικά σου ρούχα,
πόσο θα θύμωνες, αγάπη μου,
μ’ όλον τον έρωτα που σού ’χα.

«Ποτέ τους δε μάς δώσαν χρήματα»,
λες κάθε μέρα μετά λύπης,
όταν ξανάρθουνε τα ποιήματα,
θα ’ναι καλύτερα να λείπεις.

Βασίλης Μάρκου - " Υπόγεια ύδατα "



Καινούργια νερά
στους υπονόμους της νύχτας.
Σηκώνουν μεγάλο κύμα.
Πλένουν πολλοί,
απόψε,
τα χέρια τους
και οι στραγγαλισμοί
ταξιδεύουν στα τυφλά,
ακούγοντας
και το παραμικρό όνειρο
να κοχλάζει
στο "...αν γινόταν αλλιώς",
χωρίς να μπορούν
ν' ανοίξουν μιά τρύπα
στη μαύρη οθόνη των πεπραγμένων.