Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Βασίλης Λαλιώτης ~ Στην Απουσία της Ποιητικής

 

Πηγή : http://www.poiein.gr/archives/20813/index.html

«Στην Απουσία της Ποιητικής»

Βασίλης Λαλιώτης


Κάποτε, πριν μια εικοσαετία πάνω κάτω,
η ποιητική και η εντρύφηση στην ποιητική
αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ενασχόλησης με την ποίηση
και τη λογοτεχνία γενικότερα.
Η έκδοση ενός βιβλίου για την θεωρία της λογοτεχνίας
αποτελούσε γεγονός κομβικό στην ίδια την καθημερινότητα της λογοτεχνίας.
Όταν κυκλοφόρησε η Αγωνία, (άγχος, κατά άλλους)
της Επίδρασης του Χάρολντ Μπλουμ, για να φέρω ένα παράδειγμα,
οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν σε σύνολο το λογοτεχνικό τύπο.
Μετά την κατάρρευση των ανθρωπιστικών σπουδών πανευρωπαϊκά,
που εδώ πέρασε στα ψιλά, διότι ακόμα ίσχυε η επετηρίδα των διορισμών στην εκπαίδευση,
συνέβη σιγά σιγά μια απομάκρυνση της λογοτεχνικής θεωρίας
από την καθημερινή ζωή στην πανεπιστημιακή αίθουσα,
με τη συνακόλουθη εργαλειακή της υποβάθμιση. 
Τώρα η λογοτεχνική θεωρία είναι για να παίρνεις βαθμό,
δεν είναι τροχείο ευαισθησίας και αντίληψης της λογοτεχνίας.
Αυτό σε συνδυασμό με την εμφάνιση του ευπώλητου,
την κατάρρευση της κριτικής σε παρουσιάσεις
και τη χυδαιότητα του επερχόμενου βιογραφισμού,
έφερε κάθε θεωρητική λογοτεχνική απασχόληση στην διαδοχή μόνο αφιερωμάτων σε ονόματα.
Αφρώδη κείμενα που δεν έπαιξαν κανένα ρόλο στη πρόσληψη των συγγραφέων
για τους οποίους έγιναν,
αλλά προορίστηκαν για εναλλακτικός τυφλοσούρτης σε σχολεία και φροντιστήρια,
λογοκλοπές ξένων περιοδικών,
κουτσομπολίστικα άρθρα (ποια είχε γκόμενα ο Σεφέρης) από εφημεριδογράφους της κατωτάτης,
όλο αυτό το μείγμα και μάγμα μετά γλωσσικών, κάθε φορά, υστεριών περί της ελληνικής,
σερβίρεται τα τελευταία χρόνια ως θεωρία λογοτεχνίας προς εύπεπτη κατανάλωση.
Συνδυασμένο με την πανούκλα της διδασκαλίας της δημιουργικής γραφής.
Τα αποτελέσματα είναι φυσικά τα αναμενόμενα.
Πρωτόγονοι εκφραστές και ποιμένες του ποιητικού είναι. 
Μακρυγιάννηδες με σφραγίδα της οδού Χαριλάου Τρικούπη,
με ελληνικά του βάθους λεξικού Μπαμπινιώτη, και αναλύσεων Πατάκη
και πάνω απ’ όλα κατάρρευση των κοινών τόπων, της, ως τώρα, λογοτεχνίας
και αντικατάστασή τους από ένα μείγμα δίψας για δημοφιλία.
Σύμπτυξη ομάδων αμαθών με μεταπτυχιακά,
το τυπικό προσόν στα ύψη και το ουσιαστικό στις τάξεις του δημοτικού,
ένα χαρωπό πανδαιμόνιο που καταναλώνει στίχους σε παρουσιάσεις σαν πατατάκια,
με ήθος συνεστιάσεως σοσιαλδημοκρατών
και, θα έλεγα, παραποιημένου σκυλάδικου,
γιατί το σκυλάδικο είναι πιο αυθεντικό στις κοινωνικές περιχαρακώσεις του. 
Το ότι η άγνοια πριμοδοτεί το θράσος είναι γνωστό.
Αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα χρηματιστήριο δημοσιότητας το οποίο έχει όλα τα χαρακτηριστικά της παραλογοτεχνίας.
Διαμορφώνει μια δική του Ιστορία της λογοτεχνίας
όπου οι παραγωγοί της είναι γεμάτοι καύλα να εκφραστούν
και οι αναγνώστες να διαβάσουν μονορούφι.
Η κατάρρευση στους στοματικούς όρους του λόγου που πάει να μιλήσει γι' αυτό το φαινόμενο
δείχνει απλά την ψυχική οπισθοδρόμηση με όρους ομαδικής υστερίας σ’ αυτό το ψυχικό στάδιο.
Η λογοτεχνία που καταναλώνεται
είναι ακριβώς το στιγμιαίο σουμπλίμ στη διαδρομή ανάμεσα στο στόμα και τον πρωκτό
που κατ΄ ουσίαν συνέχει αυτό το πλήθος τυπικά εγγραμμάτων χωρίς ρίζες παιδείας.
Ανάλαφρο σαν το πέρδεσται, με σοβαρότητα επιστημοσύνης του επιπέδου έλληνας δημοσιογράφος,
διασχίζεται κάποτε από αμφιθυμίες για θεωρία λογοτεχνίας
σε ένα τοπίο όπου οι κοινοί τόποι έχουν γίνει καινά δαιμόνια
τα οποία λογοκλέπτοντας
τείνουν να οικειοποιηθούν παραθεματίες της μικρής και μετρίου λογοτεχνικής εμβελείας.
Η απουσία αυτή μιας λογοτεχνικής θεωρίας, παλιότερα τη λέγανε κριτική,
που να βρίσκεται σε γόνιμο διάλογο με το παρόν των έργων,
αφήνει σιγά σιγά αχαρτογράφητη αξιολογικά τη λογοτεχνική περιοχή,
επιτείνοντας ένα "όλοι εναντίον όλων" για την απόκτηση της φήμης,
προσφιλές στο νεοέλληνα από όλους σχεδόν τους κοινωνικούς χώρους. 
Ο χαρακτήρας που χρειάζεται για να επιβιώσεις και να επιπλεύσεις 
είναι ο ίδιος με της πολιτικής.
Απλά η λογοτεχνία είναι μια ακόμη παροχέτευση της ίδιας της ασθένειας
και της κρίσης αξιών που διέπει τη σύνολη κοινωνία.
Μόνο που, όπως και στους άλλους χώρους παραγωγής, δεν παράγεται λογοτεχνία στο κέντρο της,
γιατί η παραγωγή λογοτεχνίας είναι η πρόφαση της αναρρίχησης στη δημοσιότητα.
Κι έτσι σήμερα περισσότερο κι από την απουσία ποιητικής
η δυσκολία είναι κάθε φορά να ψάξει κανείς,
στις ρωγμές και στην περιφέρεια αυτού του μορφώματος,
αν υπάρχουν ίχνη ότι παράγεται λογοτεχνία.
Στον ίδιο αυτό χώρο και με κρατική διαπλοκή σκανδαλώδη κάποτε,
τα μέλη του λογοτεχνικού κανόνα του 70,
συνεχίζουν από αδράνεια να αναχωνεύουν και να αναδιατάσσουν τις εμμονές
που τους προσέφεραν δημοσιότητα και αναγνώριση
πριν την έλευση του συρφετού των πληβείων
με τους οποίους συγκατοικούν, συγκρούονται
και μοιράζονται κάποτε τα ψιχουλάκια που διαθέτει το κράτος
με εναλλαγή και σε διοικητικές θεσούλες,
η αργομισθία μας να βγαίνει υπό οποιοδήποτε γκουβέρνο.
Αυτό είναι το σκηνικό που καλείται να σπάσει κάθε σοβαρός δημιουργός
και ταυτόχρονα να ανακαλύψει σημεία προσανατολισμού
που θα τον συνδέουν με τους ευρύτερους πολιτιστικούς χώρους
από όπου η σοβαρή λογοτεχνία αρδεύεται. 
Αντιστεκόμενος όσο γίνεται σ’ αυτή τη νέα εγγράμματη βαρβαρότητα.
Το ευχάριστο είναι ότι αρκετοί το επιχειρούν, πετώντας μαργαριτάρια στα γουρούνια.
Το καθήκον μας, ως αναγνώστες, είναι να τα διακρίνουμε και να τα μαζεύουμε.

**********************************

Ο Βασίλης Λαλιώτης γεννήθηκε το 1959 στην Αμαλιάδα.
Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και ισπανικά στη Σαλαμάνκα.
Έχει συνεργαστεί με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά.
Έχει πλούσιο ποιητικό και μεταφραστικό έργο.
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.