Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Γιώργος Δημακάκος ~ " Ένα cv κι ένα blue jean "




Ένα cv κι ένα blue jean
Δύο τσιγάρα στο πακέτο και διστάζεις
Μες στο κουτί μιλούν για ευ ζην
Λίγες πατάτες στο τραπέζι και γουστάρεις

Δύο ζωές σ’ άσπρο χαρτί
Ξάφνου τις δένεις μ’ ένα ψέμα και με πιάνεις
Ένα ναυάγιο που χώρεσα θα βρεις
μα μια ψυχή θα σου κοστίσει ό, τι πάρεις

Όλα ακρίβυναν απότομα θαρρώ
Τα συναισθήματα, οι φίλοι, οι χαρές μας
Γι’ αυτό στο λίγο που βυθίζομαι καιρό
δεν θα χωρέσουν της στιγμής οι εραστές μας

Κι όμως εσύ μοιάζεις φτηνός
Στο κινητό μια επαφή κοινή σε όλους
Να σε θυμούνται κάθε χρόνο μια φορά
όταν τιμούνε με χαρά τους πρώτους ρόλους

Κι όλο γελάς κι όλο γελώ
Στήνουν τα λάθη μας χορό
κι η συννεφιά τρέχει τα φώτα να σκεπάσει

Κι όλο ρωτάς κι όλο ρωτώ
για να μας πουν ένα σκοπό
     που θα μπορεί αυτήν την θλίψη να γελάσει..




Γιώργος Δημακάκος ~ " Μέσα στο κάδρο "




Το τσιγάρο σου στριφτό
έναν καφέ πολύ ζεστό
 και λίγο θάνατο θα στάξεις για την γεύση

Μπρος στο τηλέφωνο γυμνή
έχασες σήμα και φωνή
κι ένα ρολόι σου μετρά πόσο θ’ αντέξεις

Πρέπει να φύγεις για δουλειά
να μην ξυπνήσεις τα παιδιά
κι ένα χαμόγελο στο πέτο να φορέσεις

Ίσως να είναι η μοναξιά
και η χαμένη σιγουριά
 που απ’ το χέρι σε τραβάνε για να τρέξεις

(ρ) Να μην ξεχάσεις στο συρτάρι τα κλειδιά
Όσο κι αν φεύγεις μακριά, εδώ γυρίζεις
Στο ραδιόφωνο να βάλεις λαϊκά
 και ένα ψέμα μες στην τσέπη για να ελπίζεις

(ρ) Μέσα στο κάδρο δεκανίκι σου ο Θεός
κι όσα σου πέταξαν και έκανες δικά σου
 Μα ο παράδεισος που σου ‘φτιαξαν μικρός
 για να χωρέσει την πνοή απ’ τα όνειρά σου

Κάποτε ένοιωθες μικρή
μα το γαρύφαλλο στ’ αυτί
έψαχνε χρόνια λίγο αίμα να χορτάσει

Μην με ρωτήσεις το γιατί
είναι η ζωή κακιά στιγμή
 μα μην φοβάσαι, όπου να’ ναι θα περάσει..




Γιώργος Δημακάκος ~ " Εσύ, εγώ κι αυτοί "



Από μικρός ήσουν ο πρώτος μαθητής
Ήθελες κάτι να μπορείς να ξεχωρίζεις
Καφέ στα Εξάρχεια, αιώνιος φοιτητής
 Επαναστάτης μιας ζωής που δεν ορίζεις

Μ’ όλα τα θέλω των γονιών σου συνεπής
σε μια καρέκλα στο Δημόσιο σαπίζεις
Απ’ τις ειδήσεις των εννιά βγήκες κριτής
Μια μαριονέτα με κουστούμι μου θυμίζεις

Για τα παιδιά σου ο καλύτερος μπαμπάς
 Την φρουτοπία τους πουλάς στον Mickey Mouse
Τον σφουγγαράκη στην λαμπάδα τατουάζ
 και σ’ ένα Jumbo παζαρεύεις τ’ όνειρά τους

Σήριαλ τούρκικα η σύζυγος κοιτά
Τρέχει ν’ αλλάξει εαυτό μες στις κομμώσεις
Ουρλιάζει ο Φοίβος στα ηχεία του σεντάν
μα αυτό το δάνειο αργείς να το πληρώσεις

Μισείς αυτούς που έχουν τάφο ρεζερβέ
κι αυτούς που ανοίγουνε στον Πλούταρχο μπουκάλι
στα «ΝΕΑ» βγάζεις προσφορά τον ναργιλέ
κι αργά γυρίζεις προς εσένα την σκανδάλη

Κοίτα πως πέρασε ο καιρός εκεί ψηλά
και δεν σε νοιάζει πια για σένα τι θα πούνε
κανείς δεν έψαξε ποιος ήσουν τελικά
 μα όταν λειώσουνε τα χιόνια θα σε βρούνε..

Τώρα ζηλεύεις τον παππού που’ χει μια βάρκα
και μια καλύβα που κοιτάει προς την δύση
Τι κι αν δεν πρόλαβε της σύνταξης τα φράγκα
και μόνο αγάπη στα εγγόνια του θ’ αφήσει..





Γιώργος Δημακάκος ~ " Απόψε "

 
Μια φωνή μου είπε απόψε πως θα φύγω
μέσα στο όνειρο που μπήκα, να κρυφτώ
Ίσως να βρήκα πια τον τρόπο να ξεφύγω
απ’ της ζωής μου το θλιμμένο μυστικό

Τα μαύρα μου φτερά θα σιδερώσω
και την σκιά μου θα φιλήσω σταυρωτά
 τις άδειες τσέπες με τσιγάρα θα φορτώσω
και με της μάνας τα μικρά ζαχαρωτά

Βγάλε τα ρούχα σου, επάνω σου να γείρω
και στον ιδρώτα σου για λίγο να λουστώ
μέσα στην κόλαση το μύρο σου να σπείρω
και στα λουλούδια του την άνοιξη να βρω

Το χνούδι του κορμιού σου ν’ ακουμπήσω
με δάχτυλα που νοιώσαν την βροχή
Της μοναξιάς την ομορφιά να ψηλαφήσω
 προτού ξυπνήσω στης αλήθειας την σιωπή

Θέλω την ώρα που η στιγμή θα με λυγίζει
να σου ραντίζω με αλάτι τα μαλλιά
κι ο αέρας που την πόρτα θα χτυπήσει
να σε ξυπνήσει όταν θα’μαι μακριά…

Σαν μεθυσμένο ξωτικό θα τριγυρίζω
μέσα στους τόπους που γερνάνε οι καιροί
μ’ ένα σταυρό μπρος στο λαιμό για να ελπίζω
χωρίς να έμαθα ποτέ μου το γιατί

Θέλω να αργήσεις να με βρεις για να σου λείψω
και να προλάβω να σου κάνω μια γιορτή
Κι αν την δροσιά απ΄ τη σκιά σου ξαναγγίξω
ίσως να ήμαστε για πάντα πια μαζί..