Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Γιώργος Δημακάκος ~ Όμορφος κόσμος




Τετάρτη πάλι, κι η ζωή φτάνει στη μέση
Τριγύρω ψάχνω αναπτήρα και κλειδιά
 Το κινητό πάντα ανοικτό, είπες θα πάρεις
     Της μίας χρήσης οι στιγμές και τις τζογάρεις
Ό,τι με σκότωσε αρχίζει να μ’ αρέσει
Αυτό που είμαι, μου ταιριάζει τελικά

Έχω αρχίσει να γυρνώ μες στα κανάλια
Λαθρεπιβάτης στου γυαλιού την εποχή
 Η μοναξιά που μ’ ακουμπά δεν έχει χρώμα
γι’ αυτό στο τίποτα αντέχω λίγο ακόμα
Αυτούς που φύγανε για άγνωστα λιμάνια
πόσο τους ζήλεψα σαν έφτασε η βροχή

Βγαίνω απ’ το σπίτι, θέλω λίγο να ξεφύγω
κι ένας ζητιάνος με ρωτά για ένα τσιγάρο
Τριγύρω φάτσες με χαμόγελα θλιμμένα
κι ένα αμάξι με παράθυρα σπασμένα
Αυτός ο δρόμος πώς στενεύει λίγο λίγο
Στον ουρανό φτάνει μονάχα ένα φουγάρο

   Γι’ αυτό η πουτάνα η συννεφιά δε λέει να σβήσει
και τους γιακάδες μου σηκώνω μες στο κρύο
Μες στης πλατείας το ρολόι ο χρόνος τρέχει
    για όλους αυτούς που πια κανείς δεν τους προσέχει
Πάλι δεν πρόλαβες να πεις ούτε ένα αντίο
και δεν αφήνεις ό,τι μένει να μ’ αφήσει..




Γιώργος Δημακάκος ~ Προσοχή στο κενό


 
Γραμμή Ομόνοια – Πειραιάς, κοντά στις δέκα
Τριγύρω φώτα, τρομαγμένα ξωτικά
Στα σπίτια οι πόρτες τους κλειστές κι αναρωτιέμαι
πόσα είναι αλήθεια της ζωής τα μυστικά
 
Με μαύρο σπρέι κάποιοι πάλι μου φωνάζουν
Μα δεν ακούω, έχει θόρυβο πολύ
Μες στο βαγόνι οι μοναξιές ματιές αλλάζουν
στα ίδια σώματα, το βράδυ, το πρωί
 
Μία στο τούνελ, μια στο φως, τι σου θυμίζει;
Ίσως τις νύχτες και τις μέρες που περνούν
Οι σκάλες τρέχουνε μπροστά κι όμως διστάζεις
και οι φωνές απ’ τα μεγάφωνα γελούν
 
Πόσο κρατάει μια στιγμή μες στο βαγόνι;
Κανείς δεν μπόρεσε στ’ αλήθεια να μου πει
Ποιος απ’ τους φόβους μας κρατάει το τιμόνι;
Ίσως αυτός που ακουμπάμε πιο πολύ
 
Δεν με τρομάζουν οι σταθμοί που’ χουν περάσει
αλλά αυτοί που περιμένουν να με βρουν
Εσύ κατέβηκες νωρίς, μ’ έχεις ξεχάσει
 κι εγώ θα βγω πριν απ’ αυτούς που μ’ αγαπούν..