Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Γιάννης Στεργιόπουλος - " Ο από μηχανής θεός "




Γύρισες πίσω
μ' ένα ασημένιο μεγάλο αεροπλάνο,
από αλήτικη ελευθερία
πέρα στης πόλης την αμαρτία,
στη ραβδωτή κίτρινη άμμο πεθαμένος,
πάνω ένας γλάρος ξαφνιασμένος,
μάτια γεμάτα αγωνία.

Μες την κατακόκκινη ηδονή
των εραστών πάλι πεθαίνω,
σε σκοτεινή κορφή πυραμίδας,
μέτρα εκατό, μακρύ σταυρό να κουβαλάω,
αρχαίος ήρωας μυθικός, σπαρταράω.
Κουρελιασμένο, καμμένο δέρας Τυφλίδας.

Ο από μηχανής θεός να λείπει,
στο έργο παίζω μόνο εγώ.

Είχα καιρό να βγω πάλι στη σκηνή,
στον πρώτο ρόλο πάντα εσύ,
με μια σπρωξιά προς το σπαθί,
στην αίθουσα του θρόνου, χαμένος,
στα δόκανά σου πιασμένος.

Πέταξα ψηλά
μ' ένα ασημένιο, μαζί σου, αεροπλάνο,
για αλήτικη ελευθερία
μέσα στης νύχτας την αναιμία,
ζωγραφιά ξασπρισμένη, μια μουτζούρα η ζωή μου,
τη σπασμένη ψυχή μου
ξανακολλώ μ' άσπρη ταινία.

Στη σειρά ραδιόφωνα να παίζουν στον χρόνο,
μονάχα μια πράξη στο έργο
της χαμένης ελπίδας,
πλάκωσε η νύχτα, αστέρια αχνά σιγά ακουμπάω,
τη λάσπη για ρούχο στο κορμί μου φοράω.
Στραβός ο δείκτης της δικής μου πυξίδας.

Κι ο από μηχανής θεός προστάζει,
δικό σου πάλι το κοινό.


Κατερίνη 10-11-2012




Γιάννης Στεργιόπουλος - " Άγριος έρωτας "



Ξηλώνω άκυρο χρόνο
και μέσ' σ' ανάμνησης τεράστιο οικοδόμημα θωρακισμένο,
κεφάλι αρωματισμένο,
τριγυρισμένο με γκρίζο φράχτη σιδερένιο,
ψιθύρισμα σβησμένο,
το βλέμμα ατόφιο σμαλτωμένο

κι αναταράζω το παρόν που στέκει
κι όλο κοιτάζει ναρκωμένο.        

Ξεχώνω από τον χρόνο,
τον ξεχασμένο ηρωϊσμό; εγωϊσμό; του στρατιώτη,
παλιά γιατί, πολλά διότι,
του Ισκαριώτη,
το χαριτωμένο κυνισμό του πότη,
βίαια ξεσπάσματα και κρότοι
τινάζονται σε μια έκρηξη, λαμπρά αστέρια
κόκκινα, σαν νιότη.          

Χρωματισμένη στη δυνατή την αντηλιά η ύλη
έρχεται αναδρομικά διαποτισμένη,
στη δυνατότητα του ξανανιώματος και περιμένει
στην ποικιλόχρωμη οθόνη,
παράθυρο με φωτεινές σχισμές ματώνει
στον ήχο της καμπάνας που στον ουρανό ψηλά ανεβαίνει,
ύλη στο φως φυλακισμένη.
Στενή του χείμαρου η κοίτη
τα πόδια μου αργά ποτίζει,
με παρασέρνει,
καινούργια λόγια ακούει ο έρωτάς μου
γοητευμένος, τρομαγμένος,
προσπάθειες καινούργιες ξαναρχίζει,
αναθαρρημένος κι αναταράζει όσα μ' αγγίζουν,
στην αγκαλιά του μέσα κλείνει όσα ελπίζουν.
Παρηγορητικός δεν είναι ο έρωτας, άγριος είναι,
ναι, είναι σε θρόνο καθισμένος.
Ολόϊσιες οι ίριδές μου,
επιθυμιές χρωματιστές μου,
επιστροφές μου, καταστροφές μου...


Kατερίνη 5-11-2012



Γιάννης Στεργιόπουλος - " Μοναχικό Κυπαρίσσι "



Το φως του φεγγαριού οδηγεί τους διαβάτες
ν' ανοίξουν δρόμους μέσα από το σκοτάδι,
τα σκηνικά ήδη στημένα στις στράτες,
κατάλληλη η κοψιά μου για το παζάρι.
Ταξίδι στη φτηνή, τη δεύτερη θέση,
μ' ένα φλιτζάνι τσάι ξεθωριασμένο,
το φορτηγό, παλιό σαραβαλιασμένο,
μπαμπάκια δέματα πεσμένα στη μέση.

Της ερημιάς δρομέας, αρνί της πόλης,
κάτω από σύννεφα βαριά, φουσκωμένα,
μιας θλιβερής, προσποιητής, μοιάζω, νιότης.
Τα πρόσωπα στεγνά, πελεκημένα
κι ο παρατηρητής από το θεωρείο
κοιτάζει μακριά αν έρχεται πλοίο.

Στο τρένο πάνω στριμωγμένοι επιβάτες,
κράμα ομοιόμορφο, τακτοποιημένο,
με το φορτίο του ο καθένας στις πλάτες
κι απ' το χερούλι τ' όνειρο κρεμασμένο.
Ταξίδι επίπεδο κι απέραντη στέπα,
με μπουκωμένα μάτια από προσδοκίες,
αγορασμένες μόνο από ευκαιρίες,
του Σίσυφου πως κουβαλάω την πέτρα.

Της ερημιάς θηρίο, τέρας της πόλης,
πάνω σε ξύλινο αλογάκι τραμπάλα,
δεμένο σώμα στο σκοινί της αγχόνης
κι οι θεατές φωνάζουν, κάψτε την μπάλα,
ολόισιο, μοναχικό κυπαρίσσι,
το ξέρω το παιγνίδι το 'χουνε στήσει.