Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Γιώργος Πολυμενάκος - Ζοζέ Σαραμάγκου




Ο Αυτοσχεδιαστής Κεραμοποιός

 

 ... Ξεκίνησε λοιπόν να φτιάξει από πηλό μια ανθρώπινη φιγούρα, αντρική ή γυναικεία είναι ανούσια λεπτομέρεια, την έβαλε στο φούρνο και άναψε την απαραίτητη φωτιά.

Όταν πέρασε η ώρα που έκρινε αρκετή, την έβγαλε από κει, και, ω Θεέ μου, πήγε η ψυχή του στα πόδια.

Η φιγούρα του είχε βγει μαύρη, κατάμαυρη, καμιά σχέση με αυτό που είχε κατά νου για το πώς θα ’πρεπε να είναι ο άνθρωπός του.

Ωστόσο, ίσως επειδή βρισκόταν ακόμα στην αρχή της δράσης του, δεν του έκανε καρδιά να καταστρέψει το ελαττωματικό προϊόν της αδεξιότητάς του. Της έδωσε ζωή, μ’ ένα τίναγμα στο κεφάλι ας υποθέσουμε, και την έδιωξε.

Έπλασε μια καινούρια φιγούρα, την έβαλε στο φούρνο, τούτη τη φορά όμως είχε την προνοητικότητα να είναι προσεκτικός με τη φωτιά. Το κατάφερε βέβαια, υπερβολικά όμως, αφού η φιγούρα εμφανίστηκε ολόλευκη, πιο λευκή απ’ όλα τα λευκά. Δεν ήταν αυτό που ήθελε ούτε τούτη τη φορά. Ωστόσο, παρά το νέο θαλάσσωμα, δεν έχασε την υπομονή του, θα πρέπει μάλιστα να σκέφτηκε με επιείκεια, Το καημένο, δεν φταίει αυτό, τελικά έδωσε και σε τούτο ζωή και το έστειλε στο καλό.

Στον κόσμο υπήρχε λοιπόν ένας μαύρος κι ένας λευκός, αλλά ο αδέξιος δημιουργός δεν είχε ακόμα πετύχει το δημιούργημα των ονείρων του. Ανασκουμπώθηκε για μια ακόμα φορά, άλλη μια ανθρώπινη φιγούρα έλαβε θέση στο φούρνο, το πρόβλημα, έστω κι αν υπήρχε ακόμα το πυρόμετρο, θα έπρεπε να λύνεται πιο εύκολα από εκεί και ύστερα, δηλαδή το μυστικό ήταν να μη ζεστάνει τo φούρνο ούτε πολύ ούτε λίγο, και μιας κι ήταν η τρίτη φορά, θα έπρεπε να είναι και η χαριστική.

Δεν ήταν.

Βέβαια η καινούρια φιγούρα δεν βγήκε μαύρη, δεν βγήκε βέβαια λευκή, όμως, αχ ουρανοί, βγήκε κίτρινη. Αν ήταν άλλος ίσως να είχε παραιτηθεί, θα είχε σκαρώσει βιαστικά ένα διαλυτικό για να τελειώνει με το μαύρο και το λευκό, θα είχε σπάσει το λαιμό του κίτρινου, πράγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό συμπέρασμα της σκέψης που πέρασε απ’ το νου του με τη μορφή ερώτησης, Αν εγώ ο ίδιος δεν μπορώ να φτιάξω ένα σωστό άνθρωπο, πώς θα μπορέσω αργότερα να του ζητήσω λογαριασμό για τα λάθη του;

Για μερικές μέρες ο αυτοσχεδιαστής κεραμοποιός μας δεν είχε το κουράγιο να  μπει στο εργαστήριό του, κατόπιν όμως, όπως συνηθίζεται να λέγεται, το σαράκι της δημιουργίας άρχισε να τον τρώει και μετά από λίγες ώρες μια τέταρτη φιγούρα είχε πλαστεί κι ήταν έτοιμη να μπει στο φούρνο.

Αν υποθέσουμε πως υπήρχε τότε πάνω από αυτόν το δημιουργό ένας άλλος δημιουργός, είναι πολύ πιθανόν από τον μικρότερο προς τον μεγαλύτερο να είχε υψωθεί μια παράκληση, μια προσευχή, μια ικεσία, ή κάτι ανάλογο που έλεγε περίπου το εξής,

Μη μ’ αφήσεις να βγω σκάρτος.

Τελικά, με χέρια γεμάτα αγωνία, τοποθέτησε τη φιγούρα στο φούρνο, κατόπιν διάλεξε με σχολαστικότητα και ζύγισε την ποσότητα των ξύλων που του φάνηκαν κατάλληλα, αφαίρεσε τα χλωρά από τα πολύ ξερά, έβγαλε άλλο ένα που καιγόταν άσχημα και άχαρα, πρόσθεσε άλλο ένα που έδινε μια φλόγα χαρούμενη, υπολόγισε κατά προσέγγιση το χρόνο και την ένταση της φωτιάς και επαναλαμβάνοντας την έκκληση, Μη μ’ αφήσεις να βγω σκάρτος, έφερε το σπίρτο κοντά στα ξύλα.

Εμείς, οι σημερινοί άνθρωποι, που έχουμε περάσει από τέτοιες καταστάσεις αγωνίας, κάποιο δύσκολο διαγώνισμα, κάποιο ραντεβού που μας έστησαν, κάποια φορά που περιμέναμε το παιδί μας, μια δουλειά που μας αρνήθηκαν, μπορούμε να φανταστούμε πόσο υπέφερε αυτός ο δημιουργός όσο περίμενε το αποτέλεσμα της τέταρτης απόπειρας, τον ιδρώτα του που θα πάγωνε αν δεν ήταν τόσο κοντά στο φούρνο, τα νύχια του φαγωμένα από τη ρίζα, κάθε λεπτό που περνούσε έπαιρνε μαζί του δέκα χρόνια απ’ τη ζωή του, για πρώτη φορά στις διαφορετικές ιστορίες δημιουργίας του σύμπαντος ο ίδιος ο δημιουργός ήταν αυτός που γνώρισε τα βάσανα που μας περιμένουν στην αιώνια ζωή επειδή είναι αιώνια, όχι επειδή είναι ζωή.

Άξιζε όμως τον κόπο. Όταν ο δημιουργός μας άνοιξε την πόρτα του φούρνου και είδε αυτό που βρισκόταν μέσα, έπεσε στα γόνατα εκστασιασμένος.

Αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν πλέον ούτε μαύρος, ούτε λευκός, ούτε κίτρινος, ήταν, βεβαίως, κόκκινος, κόκκινος σαν την κόκκινη αυγή και τον πουνέντε, κόκκινος σαν τη φλογερή λάβα των ηφαιστείων, κόκκινος σαν τη φωτιά που τον έκανε κόκκινο, κόκκινος σαν το ίδιο του το αίμα ...

                                               Ζοζέ Σαραμάγκου, Η Σπηλιά, Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 221-222.



http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%96%CE%BF%CE%B6%CE%AD_%CE%A3%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%85
......................................................................................................................................................................

 ..το αλληγορικό στοιχείο απαραίτητο συστατικό της γραφής του Σαραμάγκου..
γραφή που επιβάλλεται, καθιερώνοντας ένα νέο είδος, όπως αναφέρουν και οι αναλυτές του έργου του :

" Το πειραματικό στυλ του Σαραμάγκου συχνά χαρακτηρίζεται από μακριές προτάσεις,
κατά περιπτώσεις περισσότερο από μια σελίδα σε μάκρος.
Χρησιμοποιεί περιόδους.
Πολλές από τις παραγράφους του εκτείνονται για σελίδες χωρίς παύση για διάλογο,
τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει να μην οροθετεί με εισαγωγικά.
Όταν ο ομιλητής αλλάζει, ο Σαραμάγκου σηματοδοτεί αυτή την αλλαγή
αρχίζοντας με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα της πρώτης λέξης που αναφέρει ο νέος ομιλητής"..

...............

 ..αυτό το νέο είδος γραφής το συνάντησα πρώτη φορά σαν αναγνώστρια
στο "Το φθινόπωρο του Πατριάρχη" - 1975 του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες..
..με μακριές φράσεις όλο παρακλάδια, χωρίς παύσεις - σχεδόν ανύπαρκτα σημεία στίξης για σελίδες ολόκληρες
καθώς και με αλλαγές στο χρόνο αφήγησης
που, όμως, όπως επισημαίνει η επίσημη μεταφράστριά του Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας

 "αυτό συμβαίνει  χωρίς να διακόπτεται ο ειρμός του κειμένου
και συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης"..


..αυτά είναι ελάχιστα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους Μεγάλους Λογετέχνες..
χειρίζονται τις ιδέες και το λόγο με την άνεση της αναπνοής..


*************


Ευχαριστούμε τον Γιώργο Πολυμενάκο γι' αυτήν την πολύ σημαντική παρουσία του στο blog..

*************


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου